...για την εύκολη ενημέρωσή σας.

Μπορείτε να συμπληρώσετε το email σας για να σας στέλνουμε τα τελευταία νέα της Μητροπόλεώς μας.

Χαιρετισμός στην παρουσίαση του βιβλίου του κ. Γουρίδη

Στὸ βιβλίο τοῦ  Ἀθαν. Γουρίδη

 «Ἡ πόλη των Φερῶν καὶ ἡ περιοχή της»

 «Μιὰ ἰχνηλάτηση στὸ δέλτα τῆς Ἱστορίας» 

 Alexander Beach

 Ἀλεξανδρούπολη 8 Φεβρουαρίου 2009  

 

 Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε ἀπὸ ὁλόκληρο τὸ βιβλίο τοῦ κ. Γουρίδη, νὰ περιοριστῶ σὲ σχολιασμὸ μόνο τῶν κεφαλαίων γιὰ τὴν Παναγία τὴν Κοσμοσώτηρα.  Χωρὶς νὰ παραθεωρῶ τὰ χρονολογικὰ πρότερα καὶ ὕστερα, θὰ ἀναφερθῶ στὸ μοναστήρι στὸ ὁποῖο ὀφείλει τὴν γέννησή της ἡ σημερινὴ κωμόπολις τῶν Φερῶν. Γιὰ τὸ ὁποῖο, θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ διερωτηθεῖ: δὲν φτάνουν ὅσα ἔχουν γραφεῖ γιὰ τὸ μνημεῖο; Τί ἄλλο ἔχει ἀκόμα νὰ μᾶς πεῖ; Δὲν στέρεψε ὁ λόγος του; 

 Κυρίες καὶ Κύριοι, 

 Φαίνεται ὅτι ὁ ναὸς ποὺ ὑπάρχει σήμερα στὶς Φέρες, ἡ στρατηγικὴ θέση ποὺ εἶναι κτισμένος, τὰ κτίσματα ποὺ ἀπουσιάζουν καὶ οἱ πέτρες τους βρίσκονται πλεγμένες μὲ τσιμέντο στὰ θεμέλια τῶν σημερινῶν σπιτιῶν, ἡ ἐποχὴ ποὺ κτίσθηκε ἡ μονή, ὁ συμβολισμὸς τοῦ Τυπικοῦ της (ἐσωτερικοῦ κανονισμοῦ λειτουργίας θὰ λέγαμε) ποὺ συντάχθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν φιλόδοξο κτήτορά της, τὸ νοσοκομεῖο καὶ ὁ ξενῶνας ποὺ περιλάμβανε, οἱ σιτοδοσίες ποὺ παρεῖχε, ὁ ἐποικισμὸς τοῦ γύρω χώρου μὲ 10 χωριά, ὅλα αὐτὰ καὶ ἄλλα, τώρα ἀρχίζουν νὰ ὁμιλοῦν. Τώρα ἀρχίζουν νὰ ἀποκαλύπτουν καὶ νὰ προβληματίζουν. Νὰ ἀποκαλύπτουν σὲ κάποιους εἰδικοὺς καὶ νὰ μᾶς προβληματίζουν τοὺς ὑπόλοιπους, γιὰ κάποια πράγματα, ὅπως γιὰ τὰ 3 στὰ ὁποῖα θὰ ἀναφερθῶ. 

 

 Α.

 Ἡ πρώτη ἐπισήμανση ἀφορᾶ στὴ χιλιόχρονη βυζαντινὴ ἱστορία, ἡ ὁποία ὡς βυζαντινὴ δὲν ὑπῆρξε ποτέ[1].

 Ὁλοένα καὶ περισσότερο σήμερα, οἱ ἱστορικοὶ συγκλίνουν στὴν ἄποψη ὅτι ἡ ρωμαϊκὴ δημοκρατία ἀκόμα, εἶχε πλήρως ἐξελληνισθεῖ, ἤδη πρὶν γεννηθεῖ ἀπ’αὐτὴν ἡ ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία. Ὁπότε ἐκείνη ἡ παγκοσμιοποιημένη αὐτοκρατορία, μὲ διγλωσσία (ἑλληνικὰ καὶ τὴν γλώσσα του ὁ κάθε λαὸς) εἶχε ἀνάγκη νὰ βρεῖ μιὰ δύναμη ἡ ὁποία θὰ λειτουργοῦσε σὰν ἑνοποιὸς παράγων τοῦ μωσαϊκοῦ τῶν λαῶν τῆς ἀχανοῦς οἰκουμένης.  

 Καὶ γι’αὐτὸ τὸ λόγο (καλῶς ἤ κακῶς) προκρίθηκε ἡ Ἐκκλησία.  

 Προσέξτε τώρα: Ὁ ὀξυδερκὴς μέγας Κωνσταντῖνος, στρατηγὸς καὶ πολιτικός, ἀγκάλιασε τόσο σφιχτὰ τὴν Ἐκκλησία, γιὰ δύο λόγους:  

 Ὁ πρῶτος, ἐπειδὴ γρήγορα κατάλαβε ὅτι ἡ δυναμικὴ νέα πίστη θὰ ἦταν ἐπικίνδυνα ἐλεγκτική, ἄν δὲν προλάβαινε νὰ τὴν τὴν ἐλέγξει ἡ κοσμικὴ ἐξουσία.  

 Κι ὁ δεύτερος λόγος, ἐπειδὴ ὁ μόνος τρόπος νὰ περιορισθοῦν οἱ ἀνισόρροπες αὐθαιρεσίες τῶν ἑκάστοτε μοναρχῶν, ἦταν ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ὅτι κάθε ἐξουσία δίδεται στοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸ Θεό, ὁπότε ὁ ἑκάστοτε ἐπίγειος ἄρχοντας θὰ εἶναι ὑπόλογος γιὰ τὴν διαχείρησή της ἀπέναντι σ’ Αὐτόν. Ἔτσι μᾶς προέκυψε ἡ «συναλληλία».

 Τὴν Ἐκκλησία, αὐτὴ ἡ πορεία ἐλάχιστα τὴν βοήθησε. Ὅμως ἡ αὐτοκρατορία διόλου δὲν βλάφτηκε. Κι ὅταν οἱ αὐτοκράτορες ὑπέγραφαν τὰ Πρακτικὰ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καθιστώντας τα νόμους τοῦ κράτους, δὲν τὸ ἔκαμναν ἐπειδὴ ἀγωνιοῦσαν γιὰ τὴν ἔκβαση τῆς πίστεως, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἔχουν ἠρεμία στὴν αὐτοκρατορία τους κι ὄχι θρησκευτικὲς ταραχὲς ἀπὸ ἐπαναστάσεις αἱρετικῶν.  

 Ἡ αὐτοκρατορία, σὲ ὅλη τὴν χιλιόχρονη πορεία της, δὲν ὑπέστειλε τὸ ἐξῆς δόγμα: «ἕνα Κράτος, ἕνας Ἡγεμόνας, μιὰ Πίστη».  

 Καταλαβαίνετε, τώρα, γιατὶ οἱ βυζαντινοὶ μονάρχες ἔκτιζαν ναοὺς καὶ μοναστήρια;

 Ἐπειδὴ μέσα σ’αὐτὰ χαλκεύονταν ἡ κοινὴ ὀρθόδοξη πίστη στὴν ὁποία ἀναπέμπονταν δεήσεις «ὑπὲρ τῶν ἐν ὑπεροχῇ ὄντων» καὶ «ὑπὲρ τῶν πιστοτάτων καὶ φιλοχρίστων βασιλέων».  

 Κι ἀκόμα, ἐπειδὴ ἡ σχέση τους μὲ τὴν Ἐκκλησία τοὺς ἔδινε ἕνα «σοσιαλιστικὸ» προσωπεῖο (ὁ ὅρος εἶναι τοῦ σερ-Στῆβεν Runciman). Τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας ἔδινε τὴν καλύτερη κάλυψη στοὺς ρωμιοὺς αὐτοκράτορες γιὰ τὸν συνεχὴ ἀγῶνα τους ἐνάντια στὴν μεγάλη ἰδιοκτησία, γιὰ τὸ «ἀλληλέγγυο» τῆς συλλογικῆς φορολόγησης, γιὰ τὴν ἐκπληκτικὴ ἀταξικὴ ἀξιοκρατία καὶ γιὰ τὶς συνεχεῖς ἐκσυγχρονιστικὲς μεταρρυθμίσεις τῶν κοινωνικῶν θεσμῶν καὶ τῆς κρατικῆς δοικήσεως.  

 Ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου ἐνέπνεε ἀκόμα καὶ τὶς ἐπεκτατικὲς τάσεις τῆς αὐτοκρατορίας, μὲ ἐξαιρετικὴ εὐελιξία προσαρμογῆς στὴν ἰδιαιτερότητα τοῦ κάθε ἀντιπάλου. Εἶναι αὐτὸ ποὺ γράφει ἡ Ἄννα Κομνηνή, «ἡ ὑπέροχη γραικιὰ αὐτή», ποὺ λέει ὁ Καβάφης : «Ἐφόσον δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ ὑλοποιήσουμε μετωπικὴ ἐπίθεση, ἀλλάζουμε τὴν τακτική μας καὶ ἐπιδιώκουμε νὰ ἐπικρατήσουμε χωρὶς αἱματοχυσία. Ἄν δὲν τοὺς θαμπώσουμε μὲ τὸ μεγαλεῖο τῆς Πίστεώς μας, ἐκδιπλώνουμε τὴν διπλωματία, κι ἄν ἀποτύχει κι αὐτή, τότε ἀναλαμβάνουν οἱ στρατηγοί. Ἡ νίκη σημαίνει πάντοτε τὸ ἴδιο, ἀλλὰ τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα ἐπιτυγχάνεται εἶναι διάφορα». 

 Αὐτὴν τὴν ἄποψη, πές την δολοπλοκία, ἤ ὅπως ἀλλιῶς θέλετε, πάντως κατέστησε τὴν ρωμαίικη αὐτοκρατορία μακροβιότερη ὅλων. 

Β. 

Ἡ δεύτερη ἐπισήμανση ποὺ θέλω νὰ κάνω, ἀφορᾶ στὸν συμβολισμὸ τοῦ μονοκέφαλου ἀετοῦ.  

Οἱ συμβολισμοὶ ἦταν ἔντονοι στὸν μεσαιωνικὸ κόσμο καὶ ἔδιναν συμπυκνωμένο νόημα σὲ εὐφυεῖς ἑρμηνείες ἤ σὲ διακριτικὲς ἐπιδιώξεις.  

Κάποιοι λένε σήμερα ὅτι ἡ ἐποχή μας στέρεψε ἀπὸ ἔμπνευση καὶ ἰδεολογία ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἔχασε τὰ σύμβολά της καὶ ἀπομυθοποίησε τοὺς συμβολισμούς των. 

Λοιπόν, ὁ μονοκέφαλος ἀετὸς εἶναι ὁ γνωστὸς ρωμαϊκὸς ἀετὸς ποὺ κοσμοῦσε τόσο τὰ εἰρηνικὰ ὅσο καὶ τὰ πολεμικὰ λάβαρα τῶν ρωμαίων. 

Ὅσο ἐκχριστιανίζονταν ἡ αὐτοκρατορία, τόσο παραμερίζονταν οἱ ἀετοί, κι ἔδιναν τὴν θέση τους στὸ μοναδικὸ χριστιανικὸ σύμβολο ποὺ εἶναι ὁ Τίμιος Σταυρός, ἀπὸ τὸ «ἐν τούτῳ νίκα». 

Τώρα, ἐκεῖ στὰ τέλη τοῦ 10ου αἰῶνα ἄρχισε κάτι παρόμοιο μ’αὐτὸ ποὺ συμβαίνει καὶ τώρα στὴν ἑλληνικὴ κοινωνία, ἄρχισε δειλὰ-δειλὰ μιὰ ἐπιστροφὴ στὰ ἀρχαῖα σύμβολα, στὸν παγανισμό, στὴν εἰδωλολατρία, στὴν ἀστρολογία καὶ σὲ πρωτόγονες προλήψεις, δεισιδαιμονίες καὶ ἀρχαϊκὰ μυστήρια. Τὸ ρεῦμα αὐτὸ βρῆκε, πολὺ ἀργότερα, ἐκφραστή του τὸν Γεώργιο Γεμιστὸ - Πλήθωνα. Ἦταν, θεωρῶ, δεῖγμα φυσιολογικῆς κόπωσης ποὺ ὁδηγοῦσε σὲ παρακμῆς μιὰ κοινωνία ποὺ πλέον δὲν δημιουργοῦσε ἀλλὰ ἀντέγραφε ἀπὸ τὸ παρελθόν, ἤ ἀπέφευγε τὴν πραγματικότητα μὲ τὸ ρομαντικὸ καὶ ἀνέφικτο πισωγύρισμα.  

Ἐνῶ λοιπόν, οἱ Κομνηνοί, χρησιμοποιοῦσαν τὸν μονοκέφαλο ρωμαϊκὸ ἀετό, εἰσήγαγαν στὰ ἐμβλήματα τῆς αὐτοκρατορίας καὶ τὸν γνωστὸ δικέφαλο ἀετὸ σὲ κίτρινο φόντο. Αὐτὸς ἦταν οἰκογενειακὸ σύμβολο τῶν Κομνηνῶν, εἶχε σχέση μὲ ἕνα θρῦλο περὶ φτερωτοῦ ἀετόμορφου καὶ δικέφαλου θηρίου (γνωστοῦ ὡς Haga) τῆς ἰδιαίτερης πατρίδας τους, τῆς Γάγγρας τῆς Παφλαγονίας καὶ κοσμοῦσε τὸν θυρεὸ τοῦ οἰκογενειακοῦ τους κτήματος στὴν Καστάμονη.  

Ὅταν οἱ Φράγκοι κατέλαβαν τὴν Κωνσταντινούπολη σὲ μιὰ προσπάθεια νὰ δείξουν ὅτι, ἔστω καὶ μὲ τὴν βία, ἑνώθηκαν «τὰ ἑῷα καὶ τὰ ἑσπέρια» ἀπεδέχθησαν τὸν δικέφαλο κι ἔτσι τὸ σύμβολο πέρασε στὶς δημιουργούμενες τότε αὐτοκρατορίες τῆς Εὐρώπης. Σ’ἐμᾶς, στὴν Ανατολή, ταυτίστηκε μὲ τὸ σύμβολο τῆς ἁλώσεως στοὺς τούρκους.    

Τώρα, γιατὶ οἱ μεγάλες εὐρωπαϊκὲς αὐτοκρατορίες, Αὐστρουγγαρίας, Πρωσίας, Γερμανίας, Ρωσίας, ἀλλὰ καὶ τὰ κράτη τῆς Ρουμανίας, τῆς Βουλγαρίας καὶ ἄλλα, υἱοθέτησαν τὸν δικέφαλο, εἶναι εὔκολο νὰ τὸ καταλάβουμε.  

Γιὰ τοὺς εὐρωπαίους ὁ δικέφαλος εἶναι μιὰ ἀνάμνηση τοῦ κοινοῦ παρελθόντος, τότε ποὺ ἐκεῖνοι ἀποτελοῦσαν περιφερειακὰ κράτη τῆς βυζαντινῆς κοινοπολιτείας. Γιὰ τοὺς ἡγεμόνες τῆς Δύσης ἡ κατάκτηση τοῦ δικέφαλου ἦταν ἡ revance αὐτῶν ποὺ μέχρι τότε ἐπεδίωκαν καὶ παρακαλοῦσαν τὴν ἀναγνώρισή τους ἀπὸ τὸν μοναδικὸ αὐτοκράτορα τῆς Οἰκουμένης, ποὺ ἦταν ὁ αὐτοκράτορας στὴν Κωνσταντινούπολη, ὁ ὁποῖος βρίσκονταν στὴν κορυφὴ μιᾶς ἄτυπης ἀλλὰ ἀδιαμφισβήτητης πυραμίδος τῶν τίτλων καὶ τῶν ἐξουσιῶν. 

Γιὰ τοὺς βαλκάνιους ὁ δικέφαλος ἦταν, καὶ εἶναι, μιὰ φυσιολογικὴ προσπάθεια νὰ κληρονομίσουν τὴν ἀνατολικὴ αὐτοκρατορία, τῆς ὁποίας ἦταν μέλη καὶ τὴν ὁποία ἔβλεπαν νὰ χάνουν ἀπὸ τὰ χέρια τους οἱ ρωμιοί. Εἶπα, ἦταν καὶ εἶναι. Μὴν σᾶς φαίνεται ὑπερβολικὸς ὁ λόγος. Τὴν προηγούμενη Κυριακή, στὸ ΒΗΜΑ (1-2-2009) ὁ ἐπίσκοπος Βιέννης καὶ ἔξαρχος Οὐγγαρίας τοῦ Πατριαρχείου Ρωσίας, κ. Ἰλαρίων Ἀλφέγεφ, ὑποψήφιος γιὰ τὸ Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, δήλωσε: «Τὸ 2009 εἶναι ἡ χρονιὰ ποὺ θὰ παιχτεῖ ἡ πρωτοκαθεδρία τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας».  

Λοιπόν, στὴν Ἑλλάδα δὲν τὰ δίνουμε σημασία αὐτά, ὅμως εἴδατε ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς Μεντβέντεφ ὑποδέχτηκε τὸν νέο Πατριάρχη Κύριλλο στὴν αἴθουσα τοῦ Μεγ. Κωνσταντίνου. Ἡ πατερίτσα ἦταν ἡ ἱστορική, τοῦ αὐτοκεφάλου. Τὸ λευκὸ κωνικὸ ἐπανωκαλύμμαυχο τοῦ Μόσχας, ἀποτελεῖ τὴν τελευταία ἀνάμνηση τοῦ παπικοῦ «φρυγίου σκούφου» τὸν ὁποῖο βάσει τῆς «Κωνσταντινείου δωρεᾶς» ἀνῆκε στὸν Ρώμης. Τὰ κείμενα τῆς «Κωνσταντινείου δωρεᾶς» τὰ ἀποδέχεται ἡ Ε.Ε. στὴν πολιτιστικὴ κληρονομιά της.  

Ὁπότε μὴν ξαφναστεῖτε, ὅταν σύντομα θὰ ἀκούσουμε τὴν φράση τῶν ἀρχῶν τοῦ 16ου αἰῶνος: «δύο Ρῶμαι ἔπεσαν, ἡ τρίτη ἵσταται καὶ τετάρτη δὲν θὰ ὑπάρξῃ» (μοναχοῦ Φιλοθέου τοῦ Pskov).  

Τὰ λέω αὐτά, διότι τὰ σύμβολα τοῦ παρελθόντος δὲν ἔχασαν τὴν γοητεία ποὺ ἀσκοῦν οὔτε τὰ πνευματικὰ ἐρείσματα ποὺ δίδουν στὰ σημερινὰ τεκταινόμενα τοῦ κόσμου. 

Τώρα, οἱ πολιτικοί μας, θέλουν δὲν θέλουν, θὰ τὰ ἀντιμετωπίσουν αὐτὰ στὰ διεθνῆ φόρα καὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ὡς ὁμόδοξοι καὶ ὡς χριστιανοί, δὲν θὰ μποροῦμε νὰ μιλήσουμε. Ὅμως, ὡς ἐπίσκοπος ἀγωνιῶ καὶ πολὺ θὰ ἤθελα νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τοὺς συμβολισμοὺς αὐτούς. Δὲν φέρνουν εἰρήνη. Κούφιοι μεγαλοϊδεατισμοί, χωρὶς ἀντίκρυσμα, μυξοκλάματα γιὰ τὶς Σμύρνες καὶ τὰ Αϊβαλιά, γεμίσαν τοὺς ναοὺς μας μὲ δικεφάλους καὶ θηρία, στὰ χαλιὰ καὶ στὰ ξυλόγλυπτα, στὶς σημαῖες, παντοῦ.

Εἶχε προχθὲς τὴν Κυριακὴ ἕνα ἄρθρο ἡ «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» (1-2-2009) ποὺ ἔλεγε γιὰ τὶς βυζαντινὲς σημαῖες στὰ δημόσια γραφεῖα καὶ στὶς ὑπηρεσίες, παντοῦ στὴν Ἑλλάδα. Δὲν μοῦ πέφτει λόγος στὸ ὅτι δὲν βοηθοῦν αὐτὲς οἱ τακτικὲς στὴν σύγκληση τῶν κρατῶν καὶ τῶν ὁμοειδῶν πολιτισμῶν, στενοχωροῦμαι ὅμως ἐπειδὴ ὡς Ἐκκλησία, βλαπτόμαστε μὲ ὅλα αὐτά.  

Γ. 

Νὰ κλείσω μὲ τὸ θέμα τῶν ἁγιογραφιῶν τῶν στρατιωτικῶν ἁγίων (Θεοδώρου Τήρωνος-Θεοδώρου Στρατηλάτου-Μερκουρίου-Δημητρίου), τὶς ὁποίες ὁ κ. Γουρίδης θεωρεῖ ὅτι παραπέμπουν συγχρόνως καὶ στὶς προσωπογραφίες τῶν Ἀλεξίου Α’- Ἰωάννου Β’- Ἰσαακίου - Ἀνδρονίκου, τῶν Κομνηνῶν.  

Ἡ ἄποψη αὐτὴ προσπαθεῖ νὰ συγκεράσει τὴν ξενόφερτη γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία γνώμη τῆς κ. Ἑλ. Γλύκατζη - Ἀρβελέρ, ὅτι «ὁ ναὸς εἶναι μαυσωλεῖο τῶν Κομνηνῶν» καὶ τὴν αὐθαίρετη γνώμη τοῦ κ. Χαρ. Μπακιρτζῆ ὅτι σίγουρα «παριστάνονται μέλη τῆς αὐτοκρατορικῆς οἰκογενείας».  

Καὶ ἐξηγοῦμαι. Σέβομαι ἐξαιρετικὰ τὶς ἀπόψεις τῶν εἰδικῶν ἐπιστημόνων ποὺ δικαιοῦνται νὰ θέλουν νὰ πρωτοτυπήσουν σὲ ἀνακοινώσεις, ἐπιστρατεύοντας ἀκόμα καὶ τὴν φαντασία τους. Ἡ φαντασία εἶναι καλὸς σύμβουλος στὴ συμπλήρωση τῶν κενῶν ποὺ ἔχει ἡ ἀρχαιολογία. Θεωρῶ ὅμως ὅτι αὐτὲς οἱ πρωτότυπες ἀπόψεις δὲν μποροῦν νὰ ἔρχονται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ζωντανὴ καὶ βιωμένη συνέχεια τοῦ ἰδίου θρησκευτικοῦ φρονήματος ποὺ ὁ λαός μας διατηρεῖ ἀναλλοίωτο μέχρι σήμερα.  

Ἕνα φρόνημα ποὺ διεκδικῶ γιὰ τὸν ἑαυτό μου τὸ δικαίωμα νὰ τὸ γνωρίζω πολὺ καλὰ καὶ νὰ τὸ πρεσβεύω ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἶναι τὸ εὐαίσθητο, ὑγιὲστατο δικό σας φρόνημα. 

Λοιπόν, ἡ κ. Ἀρβελέρ πρέπει νὰ θυμηθεῖ ὅτι στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ἔχουμε ναοὺς ποὺ εἶναι μαυσωλεῖα, ὅπως τὸ Ἀββαεῖο τοῦ Westminster στὸ Λονδῖνο.

Φαντάζεσθε σεῖς ὅτι θὰ ἀνέχονταν ὁ πιστὸς λαός μας ἕνα ἐν ἐνεργείᾳ μοναστήρι ποὺ θὰ ἦταν ταφικὸ μνημεῖο βασιλικῆς οἰκογενείας;  

Τὸ ὅτι ζήτησε ὁ Ἰσαάκιος νὰ μεταφερθοῦν ἀπὸ τὴν Βασιλεύουσα, μαζὶ μὲ τὰ μάρμαρα γιὰ τὸν τάφο του, καὶ οἱ ἐπιτύμβιες στήλες τῶν γονέων του, αὐτὸ ἀπέχει παρασάγγες ἀπὸ τὸ νὰ θεωρήσουμε τὴν ἐν χρήσει μονὴ καὶ τὸ Καθολικό της, μαυσωλεῖο. Ἀκόμα καὶ ἡ λέξη «μαυσωλεῖο» παραπέμπει σὲ ταφικὸ μνημεῖο. Ναοὺς ποὺ νὰ κτίσθηκαν γιὰ μαυσωλεῖα δὲν θὰ βρεῖτε στὴν Ἀνατολή. Ἡ Κοσμοσώτηρα κτίσθηκε γιὰ μοναστήρι, μὲ ναὸ, μὲ κελλιά, μὲ νοσοκομεῖο, μὲ ξενῶνα, μὲ ὑδραγωγεῖο, μὲ σιτηρέσια, μὲ ἐσωτερικὸ κανονισμὸ γιὰ τοὺς μοναχούς της, καθὼς καὶ μὲ πύργους καὶ μὲ τείχη γιὰ νὰ προστατεύει τοὺς ἐντὸς καὶ τοὺς περιοίκους ἀπὸ ἐπιδρομές.    

Σὲ ὅτι ἀφορᾶ στὶς λεγόμενες ἁγιογραφημένες προσωπογραφίες τῆς κομνήνειας δυναστείας, προσέξτε:  

Ἔχουμε τὶς παραστάσεις κτητόρων (ποὺ μπορεῖ νὰ ἦσαν βασιλεῖς ἤ ἐπίσκοποι ἤ ἰδιῶτες) οἱ ὁποῖοι προσφέρουν στὸν Χριστὸ ἤ στὴν Παναγία τὰ κτίσματα ποὺ ἵδρυσαν, καὶ εἶναι κατὰ πλειονότητα στοὺς προνάους, κεκλιμένοι ἤ γονατιστοί.  

Ἀλλά, τὸ σημαντικότερο, ἀκοῦστε κατὰ λέξη τὶ γράφει στὸ Τυπικό του ὁ Ἰσαάκιος:  «... παρακαλῶ τὸν ἡγούμενο καὶ τοὺς μετέπειτα ἡγουμένους τῆς μονῆς καὶ ἐνώπιον τῆς Θεομήτορος ἀμετάκλητα ὁρίζω καὶ διατάζω, νὰ μὴν θελήσουν ποτέ, ἐνάντια στὸ θεάρεστο θέλημα καὶ στὴν ἐπιθυμία μου, νὰ καταδικαστεῖ ἡ ἄθλια ψυχή μου μὲ τὸ νὰ μὲ εἰκονίσουν κάπου ὡς δυστυχῆ κτήτορα τοῦ μοναστηριοῦ, μέσα ἤ ἔξω ἀπὸ τὸν περίβολο ποὺ τὸ περικλείει. Μὲ κανένα τρόπο δὲν ἀνέχομαι μιὰ τέτοια συνήθεια τῶν μοναχῶν καὶ θεωρῶ τὸ γεγονὸς καταστροφὴ γιὰ τὴν ψυχή μου. Δὲν θέλω νὰ ἀποτυπωθεῖ τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ὄνομά μου στὸ χῶμα, ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν Μάννα τοῦ Πλάστη νὰ μὴν ἀρνηθεῖ νὰ μεσιτεύσει στὸν Γιό της, ὥστε νὰ σβύσει τὸ βιβλίο τῶν πολλῶν μου πλημμελημάτων καὶ νὰ γραφεῖ, Θεέ μου, μὲ τὴν μετάνοια τὸ ἄθλιό μου ὄνομα στοὺς οὐρανούς. Ὅποιος, λοιπόν, ἀπὸ ἐσᾶς τοὺς ἡγουμένους καὶ τοὺς ἄλλους μοναχοὺς εἰκονογραφήσει τὴν μορφή μου στὸ μοναστήρι καὶ πράξει ἀντίθετα σὲ αὐτὴ τὴν θέληση καὶ διαταγή μου, θὰ τιμωρηθεῖ μαζί μου τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως καὶ θὰ καταταγεῖ μὲ ἐκείνους ποὺ ἀρνήθηκαν τὸν Κύριο, ἐπειδὴ κανένας δὲν θέλει νὰ εὐεργετεῖται χωρὶς τὴν θέλησή του, οὔτε νὰ δέχεται κάποιες χάρες, ἐξ αἰτίας τῶν ὁποίων βέβαια καὶ κάποια βλάβη θὰ ἐπισυμβεῖ σὲ ἐμένα ποὺ ὁρίζω αὐτὰ ἐδῶ σήμερα, γι’αὐτὸ καὶ θέλω νὰ μείνουν ὁλότελα μακριὰ ἀπὸ τέτοιους σκοποὺς οἱ ψυχὲς τῶν ἑκάστοτε ἡγουμένων καὶ ὅλων τῶν μοναχῶν τοῦ μοναστηριοῦ».      

Μπορεῖ κανεὶς νὰ πιστεύσει ὅτι ὁ συγγραφέας αὐτοῦ τοῦ κειμένου, ποὺ ἐξομολογεῖται μὲ τόση ἀγωνία γιὰ τὴν ψυχή του, θὰ ἄφηνε περιθώρια νὰ παρακούσει κάποιος ἡγούμενος αὐτὴν τὴν προσταγή τοῦ κτήτορος;  

Θυμηθεῖτε ὅτι μέχρι καὶ σήμερα τὰ «κτητορικὰ» τηροῦνται στὸ Ἅγιον Ὄρος μὲ εὐλάβεια, ἀκόμα κι ἄν κάποτε εἶναι ἀνούσια ἤ ὑπερβολικά.  

Θυμηθεῖτε πόσο ἀντέδρασε ὁ Ὀρθόδοξος κόσμος ὅταν ἡ ρωσικὴ Ἐκκλησία, πρὶν ἀπὸ 5 χρόνια, ἔβαλε σὲ ναούς της εἰκόνα τῆς οἰκογένειας τοῦ τελευταίου τσάρου Νικολάου τῶν Ρομανώφ. 

Θυμηθεῖτε μὲ πόση εὐλάβεια μνημονεύει στὰ «Ἅγια» ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης τὰ ὀνόματα τῶν Ἀγγελοπουλαίων, ζώντων καὶ κεκοιμημένων, ποὺ εἶναι κτήτορες τοῦ Πατριαρχικοῦ Οἴκου. 

Θυμηθεῖτε πρὶν δυό-τρία χρόνια, τί σάλος εἶχε δημιουργηθεῖ στὴν Ἑλλάδα ὅταν σὲ κάποιο ναὸ στὴν Γουμένισσα ὁ ἁγιογράφος ζωγράφησε τὸν Λένιν νὰ κόβει τὴν γενειάδα τοῦ ἁγ. Λουκᾶ Συμφερουπόλεως Κριμαίας.  

Σκεφθεῖτε πὼς θὰ φανεῖ στοὺς χριστιανούς μας, σὲ ὅλους σας, ἄν ἐπιχειρήσω νὰ τοποθετήσω ἁγιογραφία στὸ νέο ναὸ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στὶς Φέρες ἕναν πολιτικό, καὶ μάλιστα μὲ φωτοστέφανο, ἐπειδὴ εἶναι κτήτορας, βάσει τῶν χρημάτων ποὺ ἔδωσε γιὰ τὴν ἀνέγερσή του, ἐννοῶ τὸν κ. Κων/νο Μητσοτάκη! 

Λοιπόν, ἐδῶ σταματῶ καὶ σ’εὐχαριστῶ Θανάση, γι’αὐτὸ τὸ πανόραμα ποὺ μᾶς χάρισες, τῆς ἰχνηλασίας τῆς περιοχῆς μας, γιὰ τὸν προβληματισμὸ ποὺ μᾶς προκάλεσες, γιὰ τὶς ἀντιρρήσεις ποὺ μᾶς δημιούργησες καὶ τοὺς παραγωγικοὺς συλλογισμοὺς κι εὔχομαι νὰ χαρίζει ἡ Παναγία ἡ Κοσμοσώτηρα, σὲ σένα καὶ στὴν οἰκογένειά σου, ὑγεία καὶ δύναμη ὥστε νὰ συνεχίζεις τὸ ἐπιστημονικό σου ἔργο.  


 

 

[1] Αὐτὴ ἡ ἱστορία, τὴν ὁποία ἐμεῖς ἀκόμα θεωροῦμε μεσαίωνα μὲ δολοπλοκίες, ἦταν μιὰ αὐτοκρατορία τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος, ἡ ὁποία ἄρχισε ἀπὸ τότε ποὺ ὁ μαθητὴς τοῦ Πλάτωνος ὁ Ἡρακλείδης ὁ Ποντικός, τὸν δ’π.Χ. αἰῶνα, ἀποκαλοῦσε τὴν Ρώμη «ἑλληνίδα πόλιν». Δὲν ἦταν δηλαδή, μόνο κάποια σχολεῖα ποὺ δίδασκαν ἑλληνικά, στὰ ὅρια τῆς ῥωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ὁπότε τὸ ἐρώτημα σήμερα στοὺς ἱστορικούς, εἶναι, κατὰ πόσο ἡ ρωμαϊκὴ αὐτοκατορία ἦταν λατινική. Τὸ 92 π.Χ. ἔκλεισαν στὴ Ρώμη τὰ τελευταῖα λατινικὰ σχολεῖα ἐπειδὴ ὅλοι οἱ φοιτητὲς σπούδαζαν στὶς ἑλληνικὲς σχολές. Τὴν ἴδια ἐποχή, καταργήθηκε ἡ θέση τοῦ μεταφραστοῦ στὴ ρωμαϊκὴ σύγκλητο καὶ ἔκτοτε ἐπετράπη ἡ ἄνευ μεταφράσεως χρήση τῆς ἑλληνικῆς. Ἀκόμα καὶ στὸν Ἰσραήλ, ἀπὸ τὶς 100 συναγωγὲς ποὺ εἶχαν τὰ Ἱεροσόλυμα, στὶς 79 διδάσκονταν ἡ Τορά, μόνο στὰ ἑλληνικά. Ἐξάλλου, ἡ ὁλοκλήρωση τῆς μεταφράσεως στὰ ἑλληνικά, ὁλόκληρης τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, εἶχε ὁλοκληρωθεῖ 90 χρόνια πρὶν τὸ Χριστό, μὲ παραγγελία τοῦ φαραὼ Πτολεμαίου Β’.  





Νικηφόρου μάρτυρος, Μαρκέλλου ιερομάρτυρος, Παγκρατίου και Φιλαγρίου των επισκόπων.

active³ 4.7 · © 2000 - 2007 IPS Ltd · Όροι χρήσης