ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ;
Ὁμιλία στὸ Πνευματικὸ Κέντρο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως
9/11/2008
Από την όχθη της Γαλιλαίας στα μέρη της Καισάρειας του Φιλίππου. Από τις θεραπείες, τα θαύματα, τον χορτασμό του πλήθους, στην περισυλλογή, τα ερωτήματα και την ομολογία του Πέτρου που αλλάζει την θέαση του κόσμου.
«Στάθηκε ο Χριστός κατέναντι των μαθητών» και ο χρόνος σταμάτησε. Τα θαύματα και οι θεραπείες έμειναν πίσω. Τώρα μονάχα ο νους, η καρδιά και η πίστη. Ίσως μονάχα ένα παράθυρο ανοιχτό με θέα προς τα εκεί που δεν υπάρχει χρόνος, μήτε όψη, μήτε ήχος. Ένα παράθυρο κατά ‘κει που ο Θεός μιλά δίχως φωνή εκεί που η καρδιά καίει δίχως φωτιά. Έτσι βλέπει ο ποιητής την επικοινωνία με τον Θεό.
«Κι έφθασε ο Ιησούς στα μέρη της Καισαρείας του Φιλίππου», διαβάζουμε στο 16ο κεφάλαιο του Ματθαίου, «και ρωτούσε τους μαθητές Του ποιός λένε οι άνθρωποι ότι είναι ο υιός του ανθρώπου; Οι μαθητές απάντησαν ότι άλλοι λένε πως είναι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, άλλοι ο Ηλίας, ο Ιερεμίας ή ένας από τους παλαιούς προφήτες. Αμέσως μετά στρέφεται στους ίδιους: Εσείς ποιός λέτε ότι είμαι; Και ο Πέτρος δίχως να σκεφθεί απαντά: Εσύ είσαι ο Χριστός, ο υιός του Θεού του ζώντος».
Σεβασμιώτατε,
Πέρασαν από την απάντηση του Αποστόλου Πέτρου 1975 χρόνια. Η Εκκλησία ενηλικιώθηκε, η Θεολογία όρισε με σαφήνεια την διδασκαλία για το πρόσωπο του Χριστού μας. Οι γενιές των Χριστιανών που διαβαίνουν τον χρόνο, διδάσκονται, μαθαίνουν και ασπάζονται τα δόγματα της πίστης μας δεν έχουν να ανησυχούν, οι Πατέρες χάραξαν ασφαλή δρόμο.
Κι όμως το ερώτημα του Ιησού είναι επίκαιρο διαχρονικά όσο και τότε όταν ειπώθηκε. Ο Χριστός εξακολουθεί να είναι αίνιγμα για κάθε γενιά που προηγήθηκε για κάθε γενιά που θα ‘ρθει. Όλοι μαθαίνουμε γι’ Αυτόν, άλλος λίγο, άλλος πολύ, κι Εκείνος παραμένει απρόσιτος στη γνώση όπως και τότε. «Εμωράνθησαν οι δεινοί συζητηταί˙ εμαράνθησαν οι των μύθων ποιηταί».
Ποιός λένε οι άνθρωποι ότι είμαι;
Διαβάζουμε τους Πατέρες, σπουδάζουμε την Παράδοση. Ακούμε το κήρυγμα, μαθαίνουμε τι είπαν οι σοφοί του κόσμου για τον Χριστό. Μπορούμε να απαντήσουμε: Είσαι αυτός που... Είσαι ο.... Είσαι ο οποίος...
Και ο Ιησούς ξαναρωτά σαν να μην του άρεσε η απάντηση: «Εσείς ποιός λέτε ότι είμαι»;
Εδώ τα πράγματα δυσκολεύουν. Η ερώτηση είναι προσωπική, φθάνει ίσα στην καρδιά και η καρδιά δεν κατέχει από ψέμματα και υπεκφυγές. Που και που κάποιος Πέτρος αναφωνεί: «Εσύ είσαι ο Χριστός ο υιός του Θεού του ζώντος». Και πάλι σιωπή. Και σ’ αυτήν την σιωπή ο καθένας μας έρχεται απέναντι με τον εαυτό του. Και γράφει, και ψάχνει και μιλά και αναρωτιέται.
Στον εαυτό μας, λοιπόν, ας αφιερώσουμε λίγη από την σημερινή ώρα για να δούμε στο πρώτο μέρος την Θεολογία της Εκκλησίας για το πρόσωπο του Χριστού και στο δευτερο μέρος τις αναφορές των ιστορικών κειμένων στο πρόσωπο και στη ζωή του Ιησού Χριστού.
Κατά τις αρχές του δευτέρου αιώνος ο Πλίνιος ο νεώτερος, κυβερνήτης της Ρωμαϊκής Επαρχίας της Βιθυνίας, έγραφε στον αυτοκράτορα Τραϊανό περί μίας παράξενης ομάδας ανθρώπων -έως τότε άγνωστη εις αυτόν- πού είχε πολύ προσφάτως συναντήσει: μία ομάδα ανθρώπων που αυτοαποκαλούνταν Χριστιανοί. «Ποιοί είναι αυτοί» διερωτάται «και τι άραγε πράττουν;». Στη συνέχεια περιγράφει τον τρόπο του βίου τους και τις λατρευτικές τους συγκεντρώσεις, περιέχοντας στην αναφορά του μία φράση πολύ μεγαλύτερης σημασίας απ’ ό,τι ο ίδιος θα μπορούσε τότε να αναλογισθεί. «Οι χριστιανοί συγκεντρώνονται περί την ώρα του όρθρου» γράφει ο Πλίνιος, «και ψάλλουν έναν ύμνο στον Χριστό σαν να ήταν Θεός».
Εδώ ο Πλίνιος συνοψίζει την ουσία του Χριστιανισμού: εμείς οι Χριστιανοί λατρεύομε τον άνθρωπο Ιησού Χριστό ως Θεό. Ποιός όμως είναι ο Χριστός; Είναι ο Θεάνθρωπος, Θεός και Άνθρωπος μαζί, ένα με τον Πατέρα Θεό, και καθ' όλου ένα με εμάς. Αυτή η σωτηριολογική παραδοξότητα συνιστά την καρδιά της Χριστιανικής μας Πίστεως.
Ο Άγιος Εφραίμ ο Σύρος, θεολόγος και ποιητής του τετάρτου αιώνος συνοψίζει το ίδιο σωτηριολογικό παράδοξο σε μία σειρά από εκπληκτικές φράσεις. Αποκαλεί τον Χριστό:
«Ο Μέγας που έγινε μικρός»
«Ο Ακοίμητος που εκοιμήθη»
«Ο Άμωμος που εβαπτίσθη»
«Ο Ζών που απέθανεν»
«Ο Ποιμήν που αμνός εγένετο»
«Ο Σπορεύς που εγένετο κόκκος σίτου» και ίσως η πιο συγκλονιστική απ’ όλες εικόνα, «Ο Παντοδύναμος που την αδυναμίαν περιεβλήθη».
Ο Χριστός είναι «Παντοδύναμος», πλήρως και καθ’ όλου Θεός. Άπειρος, Παντοκράτωρ, Παντογνώστης, αλλά ως προς την ευσπλαχνική αγάπη, κατέστη πλήρως και καθ’ όλου άνθρωπος, επωμιζόμενος τον πόνο και την αδυναμία μας, και συμπαραστεκόμενος ανεπιφυλάκτως στην θλίψη και την συντριβή μας.
Μερικά έτη μετά τον θάνατο του Εφραίμ, το ίδιο σωτηριολογικό παράδοξο εκφράζεται από την Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, την Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδο (381), στην διευρυμένη εκδοχή του Συμβόλου της Πίστεως της Νικαίας. Εδώ δύναται κανείς να ανεύρει δύο ενότητες που περιέχουν άκρως αντιθετικές διατυπώσεις. Ως προς την Θεία διάσταση, λέγεται ότι ο Χριστός είναι «Κύριος... Υιός Θεού... εκ του Πατρός γεννηθείς προ πάντων των αιώνων... μονογενής... Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού... ου ποιηθείς... ομοούσιος τω Πατρί... ποιητής ουρανού και γης... δι’ ου τα πάντα έγένετο...». Ο Χριστός είναι, ούτως ειπείν, καθ’ όλου και πλήρως ένα με τον Πατέρα, καθ’ όλου και πλήρως μέρος της Βασιλείας του Θεού: ό,τι είναι ο Πατήρ, είναι και ο Υιός˙ είναι απολύτως ίσοι˙ δεν υφίσταται ουδεμία διάκρισις, ουδέν οντολογικό χάσμα, πλην ότι ο ένας είναι Πατήρ, ο δε άλλος Υιός.
Εν συνεχεία το Σύμβολο περιέχει μία δεύτερη ενότητα δηλώσεων. Ως προς την Ανθρώπινη διάσταση, ο Χριστός ο Θεός μας λέγεται ότι: «κατελθών εκ των ουρανών... και σαρκωθείς εκ πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσας... εσταυρώθη... και έπαθεν και ετάφη». Τουτέστιν, χωρίς να παύει να είναι καθ’ όλου και πλήρως ενωμένος με τον Πατέρα, έγινε καθ’ όλου και πλήρως Άνθρωπος, «πεπειρασμένον δε κατά πάντα καθ’ ομοιότητα χωρίς αμαρτίας», δηλαδή όμοιος και δοκιμασμένος καθ’ όλα εκτός της αμαρτίας (Απ. Παύλου. Προς Εβραίους 4:15).
Ενώ υπογραμμίζονται με αυτόν τον τρόπο τόσο η καθ’ όλου Θεία όσο και η καθ’ όλου Ανθρώπινη διάσταση του Χριστού, το Σύμβολο, την ίδια στιγμή, εμμένει εις την θέση ότι Αυτός είναι ένας, όχι δύο: «Πιστεύω... εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν».
Υπό την έννοια αυτή υπάρχει στον ένα Χριστό μία διπλή ταυτότης και μία διπλή αλληλεγγύη. Ο Σωτήρας μας, ενώ παραμένει εν μέρος της Αγίας Τριάδος, μετέχει στην πληρότητα της ανθρώπινης ζωής˙ και όχι μόνον σε αυτήν, αλλά και στην πληρότητα του ανθρωπίνου θανάτου. Για να χρησιμοποιήσουμε την γλώσσα της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνος (451), ο Χριστός αποτελεί ένα πρόσωπο ή «υπόσταση», σε δυο καθ’ όλου φύσεις, μία Θεία και μία Ανθρώπινη. Κατά τα λόγια του Λουθηρανού θεολόγου Ντίτριχ Μπονχόφερ, ο Ιησούς είναι «το Επέκεινα που βρίσκεται ανάμεσα μας». Δεν είναι πενήντα προς πενήντα (50:50), αλλά εκατό τοις εκατό Θεός και εκατό τοις εκατό Άνθρωπος - και παρ’ όλα ταύτα είναι ένας, όχι δύο.
Πώς είναι δυνατόν αυτό; Πώς μπορεί ένα μοναδικό και αδιαίρετο πρόσωπο να είναι την ίδια στιγμή καθ’ όλου Θεός και καθ’ όλου Άνθρωπος; Εδώ, στο επίπεδο της ορθολογικής υποθέσεως και λογικής προσεγγίσεως, δεν μπορεί να υπάρχει κάποια εξαντλητική εξήγησις- το μυστήριο της ενσαρκώσεως μπορεί να προσεγγισθεί μόνον δια της προσευχής, της λατρείας και της πίστεως.
Ωστόσο, ακόμη και αν δεν μπορούμε να πούμε «πώς» συντελέσθηκε η ενανθρώπησις, μπορούμε τουλάχιστον να πούμε «γιατί». Όλα αυτά συνέβησαν, όπως το Σύμβολο μας διαβεβαιώνει «δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν». Εάν ο τέλειος Θεός κατέστη τέλειος Άνθρωπος, αυτό έγινε για να επιφέρει την συμφιλίωση μας με τον Θεό, την αποκατάσταση της αληθώς ανθρώπινής μας οντότητος. Η σωτηρία επιτυγχάνεται, προ πάντων, δια της συμ-παθείας και της μεθέξεως. Ενώ η Γραφή και οι Πατέρες ενίοτε ομιλούν περί σωτηρίας με όρους δικανικούς, αυτού του είδους η γλώσσα δεν πρέπει να κατανοηθεί απλώς με τρόπο εξωτερικό. Είναι ανάγκη να εξισορροπήσουμε την δικανική αυτή γλώσσα με εικόνες οργανικές και θεραπευτικές. Σωτηρία σημαίνει ίασις, και αυτή η ίασις επιφέρεται προπαντός μέσω της αμοιβαίας αλληλεγγύης και ανταλλαγής.
Όμως η Ελληνική Πατερική Παράδοση επιμένει να τονίζει «όμοιος τω ομοίω θεραπεύεται». Ό Χριστός ο Κύριος μας, μας σώζει γιγνόμενος όμοιος με εμάς, μετέχοντας πλήρως της ανθρώπινής μας φύσης, και παρέχοντας μας την δυνατότητα να κοινωνήσουμε σ’ αυτό που είναι Εκείνος. Μέσω μιας αμοιβαίας «ανταλλαγής δώρων», Αυτός λαμβάνει την ανθρώπινή μας ζωή και μας κάνει κοινωνούς της Θείας Του ζωής, επαναποκαθιστώντας την καταστραφείσα εκ της αμαρτίας «κοινωνία» μεταξύ Δημιουργού και δημιουργήματος. Υφίσταται μία αμφίπλευρη ένοίκησις: Ο Χριστός ζει εντός μας, και εμείς εντός Του (Ιωάν. 15:4, 17:21-3). Κατά τον λόγο του Αγίου Παύλου, «δι’ υμάς επτώχευσε πλούσιος ων, ίνα υμείς τη εκείνου πτώχεια πλουτήσητε» (Προς Κορινθίους, β' 8:9). [«Εις την άπειρον Του αγάπην»], γράφει ο Άγιος Ειρηναίος, [«ενηνθρωπήσατο, ίνα ποιήσει και ημάς ό,τι Αυτός εστί»] (Κατά των αιρέσεων, βιβλ. 5 εισαγ.). Ωστόσο πιο καθαρά ο Άγιος Αθανάσιος διακηρύττει: «Αυτός γαρ ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν» (Περί της ενανθρωπήσεως, 54). Η «Ενανθρώπησις» του Θεού καθιστά δυνατή την «Θέωση» του Ανθρώπου.
Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να αναφέρουμε πως η Ορθόδοξη Εκκλησία και Θεολογία ποτέ δεν υποτίμησε την ανθρώπινη φύση του Χριστού απέναντι στην θεϊκή, και αυτό αποδεικνύεται κυρίως στην υμνολογία της Μεγάλης Εβδομάδος στην Ακολουθία των Παθών και του Επιταφίου.
Μ.Παρασκευή
Ο αναβαλλόμενος φως ως ιμάτιον
γυμνός εις κρίσιν ίστατο
και εν σιαγόνι ράπισμα εδέξατο
υπό χειρών, ων έπλασεν˙
ο δε παράνομος λαός τω σταυρώ προσήλωσε
τον Κύριον της δόξης.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία την Μεγάλη Παρασκευή δεν αναλογίζεται απλώς τον ανθρώπινο πόνο και τα βάσανα του Χριστού, αλλά σχολιάζει την αντίθεση μεταξύ της εξωτερικής Του ταπεινώσεως και της εσωτερικής Του δόξης. Οι ορθόδοξοι δεν βλέπουν απλώς την πάσχουσα ανθρώπινη φύση του Χριστού, αλλά τον πάσχοντα Θεό.
Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας.
Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται ο των αγγέλων Βασιλεύς.
Ψευδή πορφύρα περιβάλλεται ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις.
Βλέπουμε ξεκάθαρα πως πίσω από την αιματοβαμμένη και κομματιασμένη σάρκα του εσταυρωμένου Ιησού η Εκκλησία διακρίνει τον Τριαδικό Θεό. Ακόμη και ο Γολγοθάς είναι μία Θεοφάνεια. Ακόμη και την Μεγάλη Παρασκευή η Εκκλησία ψάλει την αναστάσιμη χαρά: «Προσκυνούμεν σου τα Πάθη Χριστέ. Δείξον ημίν και την ένδοξόν σου Ανάστασιν».
Τώρα καθίσταται σαφές το γιατί, κατά το Θεϊκό σχέδιο της σωτηρίας, ο τέλειος Θεός έγινε τέλειος Άνθρωπος. Μόνον ο Θεός δύναται να σώζει: η σωτηρία είναι μία Θεϊκή πράξη, και επομένως εάν ο Χριστός πρόκειται να είναι ο Σωτήρας μας, θα πρέπει να είναι καθ’ όλου Θεός. Όμως η σωτηρία πρέπει να φθάνει στο σημείο της ανθρώπινης ανάγκης: μόνον εάν ο Χριστός είναι Αληθώς άνθρωπος, όπως εμείς, μπορούμε εμείς οι άνθρωποι να μοιρασθούμε πλήρως αυτό που έκανε υπέρ ημών ως Θεός.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον ο Παντοδύναμος περιεβλήθη την αδυναμία.
Μέχρις εδώ, λοιπόν, είδαμε πως ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο μόνος ζωντανός και αληθινός Θεός που λατρεύεται και ομολογείται 2000 χρόνια τώρα και ήρθε στη γη για να σώσει τον άνθρωπο και να τον ανεβάσει στον ουρανό, δηλαδή να τον θεώσει.
Την πίστη αυτή στον Ιησού Χριστό και στην Εκκλησία Του την συναντάμε σε όλο το διάστημα των 20 αιώνων ως απτή πραγματικότητα και μάλιστα τουλάχιστον ποσοτικά αυξανόμενη. Από την στιγμή που η Ιστορία χωρίστηκε σε προ και μετά Χριστό, από τότε ο Χριστός και η Εκκλησία Του ως το μυστικό Του σώμα και ως αυτός ο ίδιος παρατεινόμενος εις τους αιώνας, κατά την έκφραση του Ιερού Αυγουστίνου, υπάρχουν πάντοτε και αγωνίζονται. Και ακόμη περισσότερο αλλάζουν και φωτίζουν τον κόσμο με την αλήθεια και σώζουν ψυχές, διαμορφώνουν πολιτισμό, καλλιεργούν ευγενείς και πνευματικούς ανθρώπους με την διδασκαλία του Ιησού.
Αυτή είναι η ιστορική πραγματικότητα και στηρίζεται στο κήρυγμα της Εκκλησίας για τον Ιησού Χριστό.
Χριστός και Εκκλησία είναι αχώριστοι ή καλύτερα ένα και το αυτό. Χωρίς Χριστό δεν νοείται ούτε Εκκλησία, ούτε Χριστιανοί, ούτε Χριστιανισμός. Σ’ αυτό δεν μπορεί να διαφωνήσει κανείς μας.
Όλα αυτά όμως δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν και μάλιστα για 2000 χρόνια χωρίς μία ιστορική βάση. Χωρίς ιστορικά στοιχεία, χωρίς αληθινά και υπαρκτά γεγονότα.
Η Ιστορία της Ανθρωπότητας είναι γεμάτη από μύθους που ή ο χρόνος τους έφθειρε ή τους αντικατέστησε. Ο Χριστός παρουσιάστηκε στην περίοδο της Ιστορίας που οι μύθοι είχαν παύσει να ικανοποιούν τις ψυχές των ανθρώπων.
Πως επομένως είναι δυνατόν να μην υπάρχει ιστορική βάση και αλήθεια όταν ο Χριστός και ο Χριστιανισμός 2000 χρόνια τώρα συνεχώς ζει και αυξάνεται; Και μόνο η επικράτηση του Χριστιανισμού τόσους αιώνες αλλά και στην δική μας δύσκολη εποχή πείθει ότι ο Ιησούς Χριστός υπήρξε πρόσωπο ιστορικό, αληθινό και πραγματικό.
Επειδή πολλοί μιλούν και γράφουν για το πρόσωπο του Χριστού μας με τρόπο φανταστικό θα θέλαμε να ασχοληθούμε με την ιστορική πραγματικότητα του προσώπου του Χριστού.
Ας αναφέρουμε ξεχωριστά τις μαρτυρίες για το πρόσωπο του Χριστού και τους συγχρόνους του όπως μας τα εξιστορούν οι ιστορικοί της εποχής.
Ποια είναι όμως τα στοιχεία-πηγές αυτά που κατά τη γνώμη ορισμένων ερευνητών, ενισχύουν την άποψη για την ιστορικότητα του Ιησού; Οι κυριότερες πηγές από τις οποίες αντλούμε ιστορικά στοιχεία για την ζωή του Ιησού, χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες:
α) Οι εξωχριστιανικές πηγές.
β) Οι χριστιανικές πηγές.
γ) Οι εβραϊκές πηγές.
Α. Οι εξωχριστιανικές πηγές
Ιώσηπος. Ένας από τους ιστορικούς που αναφέρεται στον Ιησού ως ιστορικό πρόσωπο είναι ο Ιώσηπος, Ιουδαίος ιστορικός με ιερατική καταγωγή που ανήκε στη μερίδα των Φαρισαίων. Γεννήθηκε στην Ιερουσαλήμ το 37/38 μ.Χ. και στα έργα του αναφέρεται σε πολλά πρόσωπα και γεγονότα που σχετίζονται με την ιστορία της Καινής Διαθήκης. Στο έργο του «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία» (20 βιβλία), όπου περιγράφει την ιστορία του εβραϊκού λαού από τη δημιουργία του έως το 66 μ.Χ., περιέχονται 2 σημαντικές αναφορές στον Χριστό. Μία στο 20ο («XX») βιβλίο και μία στο 18ο («XVIII») βιβλίο. Η μία από αυτές, η μεγαλύτερη σε έκταση, είναι διεθνώς γνωστή ως «φλαβιανή μαρτυρία» (Testimonium Flavianum) και περιέχεται σ' όλους τους κώδικες της «Ιουδαϊκής Αρχαιολογίας». Η πρώτη αυτή μαρτυρία που περιέχεται στην «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία» (XVIII, 3, 63), αναφέρει τα εξής:
«Γίνεται δὲ κατὰ τοῦτον τὸν χρόνον Ἰησοῦς σοφὸς ἀνήρ, εἴγε ἄνδρα αὐτὸν λέγειν χρή. ἦν γὰρ παραδόξων ἔργων ποιητής, διδάσκαλος ἀνθρώπων τῶν ἡδονῇ τἀληθῆ δεχομένων, καὶ πολλοὺς μὲν Ἰουδαίους, πολλοὺς δὲ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐπηγάγετο: ὁ χριστὸς οὗτος ἦν. καὶ αὐτὸν ἐνδείξει τῶν πρώτων ἀνδρῶν παρ' ἡμῖν σταυρῷ ἐπιτετιμηκότος Πιλάτου οὐκ ἐπαύσαντο οἱ τὸ πρῶτον ἀγαπήσαντες: ἐφάνη γὰρ αὐτοῖς τρίτην ἔχων ἡμέραν πάλιν ζῶν τῶν θείων προφητῶν ταῦτά τε καὶ ἄλλα μυρία περὶ αὐτοῦ θαυμάσια εἰρηκότων. εἰς ἔτι τε νῦν τῶν Χριστιανῶν ἀπὸ τοῦδε ὠνομασμένον οὐκ ἐπέλιπε τὸ φῦλον».
Μετάφραση: «Έτσι, εκείνη περίπου την εποχή υπήρχε ο Ιησούς, ένας σοφός άντρας, -αν είναι θεμιτό να τον αποκαλείς άνθρωπο, διότι επιτελούσε θαυμαστά έργα- ένας δάσκαλος των ανθρώπων που λαβαίνουν την αλήθεια με ευχαρίστηση. Έλκυσε κοντά του και πολλούς από τους Ιουδαίους και πολλούς από τους Εθνικούς. Αυτός ήταν ο Χριστός· και όταν ο Πιλάτος, μετά από πρόταση που του έκαναν οι εξέχοντες άντρες μεταξύ μας, τον καταδίκασε στο σταυρό, εκείνοι που τον αγαπούσαν δεν τον εγκατέλειψαν αρχικά, διότι εμφανίστηκε σε εκείνους και πάλι την τρίτη μέρα, όπως τα είχαν προείπει οι θεϊκοί προφήτες και δέκα χιλιάδες άλλα θαυμάσια πράγματα σχετικά με αυτόν· και η φυλή των Χριστιανών, όπως ονομάστηκε από αυτόν, δεν έχουν εκλείψει μέχρι σήμερα». («Τα έργα του Ιώσηπου», μετάφραση William Whinston, 2003, στην αγγλική).
Η σημαντική αυτή μαρτυρία και μετά την αφαίρεση των αμφισβητούμενων τμημάτων, κάνει λόγο για την ιστορική ύπαρξη του Ιησού, για την παρουσία του ως διδασκάλου, μιλάει για ύπαρξη ιουδαίων και μη που τουλάχιστον μέχρι τη συγγραφή του έργου δεν είχαν σταματήσει να πιστεύουν σε εκείνον και αναφέρεται στην καταδική του από τον Πιλάτο και τον σταυρικό θάνατό του. Πέρα από τη «φλαβιανή μαρτυρία», ο Ιώσηπος, επίσης στην «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία» του (XΧ, 9, 1) αναφέρει: «Ό Άνανος […] καθίζει συνέδριον κριτών και παραγαγών εις αυτό τον αδελφόν Ίησού του λεγομένου Χριστού, Ιάκωβος όνομα αύτω και τινάς ετέρους…». Το κομμάτι αυτό κάνει μια έμμεση αναφορά στον Ιησού ενώ μαρτυρεί και την ιστορική ύπαρξη του «Αδελφόθεου Ιακώβου». Στο βιβλίο αυτό επίσης ο Ιώσηπος αναφέρει και τον θάνατο του Ιωάννου του Προδρόμου.
Ο Τάκιτος. Ο Ρωμαίος ιστορικός Πόπλιος Κορνήλιος Τάκιτος (Publius Cornelius Tacitus), γεννήθηκε το 56 μ.Χ.. Σε ένα από τα έργα του με τον τίτλο «Ιστορικά», ο Τάκιτος γράφει στα 115 μ.Χ. περίπου, την ιστορία της Ρώμης από το 14 μ.Χ. (θάνατος του Αυγούστου) μέχρι το 68 μ.Χ. (θάνατος του Νέρωνα).
Φτάνοντας στο 64 μ.Χ., αναφέρει τη μεγάλη πυρκαγιά-πυρπόληση της Ρώμης που έγινε επί Νέρωνα. Στο σημείο εκείνο ο Τάκιτος γράφει:
«Ο Νέρων υπέδειξε άλλους ως ενόχους και υπέβαλε σε ιδιαίτερες τιμωρίες εκείνους τους οποίους ο λαός μισώντας τους για τις ανομίες τους ονόμαζε χριστιανούς. Εκείνος από τον οποίον προήλθε το όνομα είναι ο Χριστός, ο οποίος εθανατώθη επί της βασιλείας του Τιβέριου, όταν Επίτροπος ήταν ο Πόντιος Πιλάτος. Η προς καιρόν κατασταλείσα ολέθρια δεισιδαιμονία εμφανίστηκε πάλι όχι μόνο στην Ιουδαία, την εστία αυτού του κακού, αλλά και στην Πόλη (Ρώμη), όπου από παντού μαζεύονται και ακούγονται όλα τα κακά και τα αισχρά».
Το κείμενο αυτό μας δείχνει ότι το 64 μ.Χ. οι Χριστιανοί είναι γνωστοί και ότι το όνομά τους γνώριζαν ότι προέρχεται από τον «Χριστό». Πρόκειται επίσης για μια σημαντική ιστορική μαρτυρία που συντείνει στην αποδοχή της ιστορικότητας του Ιησού, για την ύπαρξη του οποίου δεν φαίνεται να αμφιβάλλει ό Τάκιτος, και επισημαίνει τον ορισμένο χρόνο του θανάτου του, που τοποθετείται εκεί κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα της Ρώμης Τιβερίου και του επιτρόπου της ρωμαϊκής εξουσίας στην Ιουδαία της Παλαιστίνης Ποντίου Πιλάτου.
Ο Πλίνιος ο Νεότερος. Ο Πλίνιος Κεκίλιος Σεκούνδος ο Νεότερος που αναφέραμε και στην αρχή (Gaius Plinius Caecilius Secundus, 61-113 μ.Χ.), νομικός και ρήτορας, ήταν ανιψιός και θετός γιος του Πλίνιου τον Πρεσβύτερου. Εκτός άλλων, διασώθηκαν 19 βιβλία Επιστολών του, που περιέχουν πληροφορίες σχετικά με τα γεγονότα του τότε ρωμαϊκού κόσμου. Ήταν φίλος του αυτοκράτορα Τραϊανού και είχε διοριστεί απ’ αυτόν ως Legatus Caesaris στην επαρχία της Βιθυνίας του Πόντου. Η μαρτυρία του ανάγεται στο 111-112 μ.Χ. Γράφει, λοιπόν, ο Πλίνιος προς τον Αυτοκράτορα Τραϊανό, μετά την ανάκριση κάποιων χριστιανών νεανίδων, ότι η μόνη ενοχή ή πλάνη των χριστιανών ήταν αυτή:
«[...] συνήθιζαν να συνέρχονται καθωρισμένη μέρα πριν την ανατολής του ήλιου και να αναπέμπουν ύμνο στο Χριστό όπως σε θεό και εδένοντο με αμοιβαίο όρκο, όχι για κάποιο έγκλημα, αλλά ότι δεν θα διέπρατταν απάτη, ληστεία ή μοιχεία, δεν θα παρέβαιναν την πίστη τους, ούτε θα αρνούνταν την ιερή τους παρακαταθήκη, ακόμη κι αν τους δίκαζαν [...]».
Ο Πλίνιος στο γράμμα αυτό, εκτός από την επιβεβαίωση για την ύπαρξη χριστιανών στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ. και την άποψη που εκφράζει γενικότερα γι αυτούς ότι ήταν μάλλον ακίνδυνοι, αναφέρεται και στον Χριστό σε ένα μικρό πέρασμα. Για κάποιους ιστορικούς, το πέρασμα αυτό ναι μεν αμφισβητεί την υπερφυσική του διάσταση με τη φράση «quasi deo», όμως θα μπορούσε να θεωρηθεί από τη διατύπωσή του ότι δεν δείχνει να αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για κάποιο ανύπαρκτο ή μυθικό πρόσωπο (όπως αν χρησιμοποιούσε εκφράσεις π.χ. «σε κάποιον Χριστό», ή «σε κάποια θεότητα που λέγεται Χριστός» κ.λπ.). Το πέρασμα όμως αυτό αμφισβητείται από άλλους για το κατά πόσο μας δίνει μια θετική εικόνα για την ιστορικότητα του Ιησού.
Ο Σουητώνιος. Ο Ρωμαίος ιστορικός Γάιος Σουητώνιος Τρανκίλλιος, (Gaius Suetonius Tranquillus, 70-160 μ.Χ.) επί Τραϊανού έλαβε το δημαρχιακό αξίωμα και επί Αδριανού έγινε ο εξ απορρήτων γραμματεύς του. Το κυριότερο ιστορικό έργο του (120 μ.Χ.), και πλήρες σωζόμενο, αναφέρεται στη ζωή των δώδεκα πρώτων αυτοκρατόρων της Ρώμης, από τον Ιούλιο Καίσαρα έως τον Δομιτιανό, και επιγράφεται: «Βίοι των 12 Καισάρων» (Vitae XII Caesarum).
Στον «Βίο του Κλαυδίου» (XXV, 4) αναφέρεται στο διάταγμα του αυτοκράτορα (49 ή 53 μ.Χ.) με το οποίο οι Ιουδαίοι της Ρώμης -χωρίς διάκριση χριστιανών και μη χριστιανών- εξορίζονταν απ' αυτήν: «Iudaeos impulsore Chresto assidue tumultuants Roma expulit». Δηλαδή: «Τους Ιουδαίους που δημιουργούσαν θόρυβο στη Ρώμη υποκινούμενοι από τον Χριστό τους εξόρισε».
Πράγματι το διάταγμα αυτό του αυτοκράτορα Κλαυδίου διασταυρώνεται ως ιστορικό γεγονός με τις «Πράξεις των Αποστόλων», αφού όταν ο Απόστολος Παύλος πήγε στην Κόρινθο βρήκε εκεί τους Ιουδαίους Ακύλα και Πρίσκιλλα που είχαν εξοριστεί από τη Ρώμη:
«Μετά δε ταύτα χωρισθείς ο Παύλος εκ των Αθηνών, ήλθεν εις Κόρινθον και εύρων τινά Ίουδαίον ονόματι Ακύλαν, Ποντικόν τω γένει, προσφάτως εληλυθότα από τής Ιταλίας, και Πρίσκιλλαν, γυναίκα αυτού, δια το διατεταγέναι Κλαύδιον χωρίζεσθαι πάντας τους Ιουδαίους από της Ρώμης» (Πράξ. ιη', 1-2).
Ο πρώτος αυτός επίσημος διωγμός επί Κλαυδίου είναι μια σημαντική πληροφορία, γιατί μας φέρνει πολύ κοντά στα χρόνια του Ιησού και έτσι μαθαίνουμε ότι από το 50 μ.Χ. γίνονταν διώξεις χριστιανών, πριν ακόμη παρουσιασθεί οργανωμένη χριστιανική κοινότητα στη Ρώμη και ανεξάρτητη από εκείνη τής ιουδαϊκής. Tο απόσπασμα αυτό αναφέρει εκδιώξεις από τη Ρώμη Ιουδαίων και Χριστιανών, εξαιτίας των ταραχών που δημιουργούνταν μεταξύ τους με επίκεντρο το όνομα του Ιησού Χριστού. Το ότι στις εξιστορήσεις χρησιμοποιείται γενικά ο τίτλος «Χριστός» αντί για το όνομα Ιησούς, ερμηνεύεται λόγω της καθιέρωσής του σε ευρύτατη κλίμακα και έκτος της Παλαιστίνης. Το χρησιμοποιούσαν για να διακρίνουν τις χριστιανικές κοινότητες από εκείνες των παραδοσιακών Ιουδαίων, που είχαν αρχίσει να παρουσιάζονται σε μέρη της Αυτοκρατορίας αμέσως σχεδόν μετά τη σταύρωση. Από την άλλη μεριά ήθελαν να αιτιολογήσουν τους διωγμούς που ξεσπούσαν κάθε τόσο από τις ιουδαϊκές θρησκευτικές παρατάξεις κατά των κοινοτήτων εκείνων που ομολογούσαν το όνομα του Ιησού Χριστού.
Ο Θαλλός. Ο Θαλλός ήταν ιστορικός συγγραφέας της Μέσης Ανατολής που έζησε τον 1ο μ.Χ. αιώνα. Ήταν Σαμαρείτης, απελεύθερος επί Αυτοκράτορα Τιβέριου. Έγραψε την Ιστορία της Ελλάδας και της Ασίας από τον Τρωικό πόλεμο μέχρι τις ημέρες του. Το έργο του δεν σώζεται, όμως υπάρχουν αρκετές αναφορές για τον ίδιο και τα κείμενά του στον Ιώσηπο, στον Ιουστίνο, τον Τερτυλλιανό και αλλού. Η σχέση του με την ιστορικότητα του Ιησού βρίσκεται στην αναφορά μιας έκλειψης ηλίου κατά τα γεγονότα της σταύρωσης του Ιησού. Το 221 μ.Χ., ένας Χριστιανός συγγραφέας, ο Ιούλιος ο Αφρικανός (Sextus Julius Africanus) έγραψε ότι:
«...Σε όλο το κόσμο κυριάρχησε ένα φοβερό σκοτάδι, και οι πέτρες έπεσαν από σεισμό, και πολλά μέρη στην Ιουδαία και σε άλλες επαρχίες έπεσαν κάτω. Τούτο το σκότος ο Θαλλός, στο τρίτο βιβλίο των Ιστοριών του, το εξηγεί ως έκλειψη του ηλίου, πράγμα παράλογο κατά τη γνώμη μου. Καθώς οι Ιουδαίοι εορτάζουν το Πάσχα τη 14η μέρα σύμφωνα με τη σελήνη, και η σταύρωση του Σωτήρα μας πέφτει την ημέρα πριν το Πάσχα, και μια έκλειψη του ηλίου παίρνει μέρος μόνον όταν η σελήνη έρχεται κάτω από τον ήλιο...». (Χρονικά XVIII).
Στο απόσπασμα αυτό παρατηρούμε ότι ο Αφρικανός γράφει για να αντικρούσει αυτά που είχε γράψει ο Θαλλός και μάλιστα παρέχει και τη βιβλιογραφία λέγοντας ότι η αναφορά του Θαλλού βρίσκεται στο τρίτο βιβλίο του. Καθώς ο Ευσέβιος ο Καισαρείας αναφέρει ότι ο Θαλλός συνέγραψε την τρίτομη ιστορία του στα ελληνικά το 52 μ.Χ. σημαίνει πως ήταν σύγχρονος του Ιησού και μάλλον τα γεγονότα της σταύρωσης Ιησού ήταν γνωστά μεταξύ κάποιων μη χριστιανικών κύκλων. Ο Θαλλός προσδιορίζει το σκοτάδι κατά τη Σταύρωση («ήν δε ωσεί ώρα έκτη και σκότος εγένετο εφ' όλην την γήν έως ώρας ενάτης, τού ηλίου εκλειπόντος» Λουκ. 23, 44) που αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη ως φυσικό φαινόμενο που μπορούσε να εξηγηθεί σαν μία έκλειψη Ηλίου. Αν δεχτούμε την αναφορά ως γνήσια, αυτομάτως προσφέρεται μια σημαντική μαρτυρία για την ιστορικότητα του Ιησού, για τη σταύρωσή του και το σχετικό γεγονός που περιγράφεται στην Καινή Διαθήκη.
Ο Μαρά Βαρ Σεραπίων. Πρόκειται για έναν υπαινιγμό στην ουσία που μοιάζει να αναφέρεται στον Ιησού και προέρχεται από τον Σύρο στωικό φιλόσοφο Μαρά μπαρ Σεραπίωνα (Mara bar Serapion, 73 μ.Χ.) σε μια επιστολή του στα συριακά, που απευθύνεται στον γιο του Σεραπίωνα (Serapion) από τη φυλακή στην οποία βρισκόταν. Ο Σύρος φιλόσοφος μιλά για τον σοφό βασιλιά των Ιουδαίων, και λέει ότι θανατώθηκε από τους ομοεθνείς του άδικα. Ακριβώς γι' αυτό το λόγο οι Ιουδαίοι τιμωρήθηκαν από τον Θεό να διασκορπιστούν σε όλο τον κόσμο και βέβαια ο σοφός βασιλιάς δεν πέθανε στην πραγματικότητα, αφού ζει μέσα από τη διδασκαλία του.
Το απόσπασμα:
«...Τι να πούμε ακόμα, όταν οι σοφοί κακοποιούνται από τους τυράννους...ώστε να μην μπορούν να αμυνθούν; Ποια ωφέλεια είχαν οι Αθηναίοι θανατώνοντας το Σωκράτη; Η πείνα και η επιδημία έπεσαν πάνω τους ως κρίση για το έγκλημα. Τι ωφελήθηκαν οι άνθρωποι της Σάμου καίγοντας το Πυθαγόρα; Μονομιάς η χώρα τους καλύφθηκε από άμμο. Τι ωφελήθηκαν οι Ιουδαίοι εκτελώντας το σοφό βασιλιά τους; Αμέσως μετά, το βασίλειό τους αφανίστηκε. Ο Θεός δίκαια εκδικήθηκε το θάνατο των τριών αυτών σοφών ανθρώπων: Οι Αθηναίοι πέθαναν από την πείνα. Οι κάτοικοι της Σάμου αφανίστηκαν από τη θάλασσα. Οι Ιουδαίοι καταστράφηκαν κι οδηγήθηκαν μακριά από τη γη τους, για να ζήσουν διεσπαρμένοι. Όμως, ο Σωκράτης δεν πέθανε. Έμεινε ζωντανός στη διδασκαλία του Πλάτωνα. Ούτε ο Πυθαγόρας πέθανε. Ζωντάνεψε στο άγαλμα της Ήρας. Ούτε ο σοφός βασιλιάς πέθανε. Ζωντανεύει μέσα στη διδασκαλία του».
Τα χαρακτηριστικά που αποδίδονται θα μπορούσαν να ταιριάζουν στον Ιησού αν τα συγκρίνουμε με άλλους Ιουδαίους διδασκάλους που εμφανίστηκαν στην περιοχή. Όπως για παράδειγμα το ότι εκτελέστηκε με ευθύνη των Ιουδαίων, λίγο πριν καταλυθεί τον κράτος τους και οι ίδιοι διασκορπισθούν.
Ο Κέλσος. Ο Κέλσος ο Αλεξανδρεύς (β’ μισό 2ου αι. μ.Χ.), πολέμιος της χριστιανικής διδασκαλίας, επικούρειος φιλόσοφος, που μελέτησε την Αγία Γραφή και τα έργα των χριστιανών συγγραφέων, με το έργο του «Αληθής λόγος» επιτέθηκε κατά της χριστιανικής διδασκαλίας, ενώ αντιμετώπισε με κριτική διάθεση τα θαύματα του Ιησού και την πίστη γενικά των χριστιανών. Εντούτοις, σε καμιά στιγμή δεν αφήνει να εννοηθεί ότι αμφισβητείτο η ιστορική του ύπαρξη.
Η Κάθοδος του Χριστού στον Άδη
Για παράδειγμα το χωρίο 1.28 απομυθοποιεί τον Ιησού και κάνει λόγο για την ταπεινή του καταγωγή:
«Μετά από αυτά εισάγει ως φανταστικό πρόσωπο έναν Ιουδαίο να συζητά με τον ίδιο τον Ιησού και να τον ελέγχει για πολλά, όπως πιστεύει, και πρώτα ότι έπλασε εκείνος την γέννηση από την Παρθένο τον χλευάζει μάλιστα και για το ότι προέρχεται από Ιουδαϊκό χωριό και από γυναίκα χωριάτισσα και φτωχιά που ξενοδούλευε. Υποστηρίζει μάλιστα ότι αυτή εκδιώχτηκε από τον σύζυγο της, ο οποίος ήταν ξυλουργός στο επάγγελμα, επειδή την ανακάλυψε να έχει διαπράξει μοιχεία. Κι έπειτα λέει ότι, αφού εκδιώχτηκε από τον άντρα της και περιπλανιόταν ατιμασμένη, γέννησε τον Ιησού κρυφά-και ότι αυτός, αφού δούλεψε λόγω της φτώχιας του στην Αίγυπτο και γνώρισε εκεί κάποιες δυνάμεις, για τις οποίες καυχώνται οι Αιγύπτιοι, επέστρεψε υπερηφανευόμενος για τις δυνάμεις του και με αυτές ανακήρυξε τον εαυτό του θεό».
και στο 2.35:
«Γιατί, αν όχι προηγουμένως, τουλάχιστον όμως εκείνη τη στιγμή δεν παρουσίασε κάποιο θεϊκό σημάδι και δεν έσωσε τον εαυτό του από εκείνη την ντροπή και δικαίωσε αυτούς που χλεύαζαν και τον ίδιο και τον πατέρα του;» (Κέλσος, Άπαντα, «Αληθής Λόγος», εκδ. «ΚΑΚΤΟΣ»).
Ο Λουκιανός. Ο Λουκιανός από τη Σαμόσατα Συρίας (125-195 μ.Χ.) , σοφιστής του 2ου μ.Χ. αιώνα στο έργο του «Περί της Περεγρίνον τελευτής» (167 μ.Χ.), σατιρίζει τον θεατρικό τρόπο με τον οποίον αυτοπυρπολήθηκε, μπροστά στους θεατές της Ολυμπιάδας του 165 μ.Χ., ο κυνικός Περεγρίνος ο Πρωτεύς, για να βρεθεί στο προσκήνιο της επικαιρότητας. Επίσης, στο ίδιο έργο του, δίνει πολλές πληροφορίες για τους πρώτους χριστιανούς, αφού θεωρεί τον Χριστιανισμό ως παραλλαγή της κυνικής φιλοσοφίας. Έτσι αναφέρει ότι ο «πρώτος νομοθέτης» των χριστιανών, «ο ανεσκολοπισμένος εκείνος σοφιστής», σταυρώθηκε στην Παλαιστίνη, επειδή δίδαξε μια νέα θρησκεία στον κόσμο:
«καί ως θεόν αυτόν εκείνοι ηδούντο καί νομοθέτη εχρώντο και προστάτην επεγράφοντο, μετά νούν εκείνον ον έτι σέβουσι, τόν άνθρωπον τόν εν τη Παλαιστίνη ανασκολοπισθέντα, ότι καινήν ταύτην τελετήν εισήγεν ες τόν βίον».
Που σημαίνει:
«Εκείνοι αισθάνονταν αυτόν ως Θεό τους και νομοθέτη τους, τον ανακηρύξαν προστάτη τους και ακόμη εξακολουθούν να σέβονται τον άνθρωπο αυτόν, πού σταυρώθηκε στην Παλαιστίνη, επειδή εισήγαγε στην ζωή τους τη νέα αυτή θρησκεία».
Και συνεχίζει:
«…έπεισαν τον εαυτό τους οι δυστυχείς, ότι θα γίνουν αθάνατοι και πως θα ζήσουν αιώνια και γι’ αυτόν το λόγο περιφρονούν το θάνατο και με τη θέλησή τους πολλοί θυσιάζονται. Ο νομοθέτης αρχηγός τους, τους έπεισε ότι όλοι οι άνθρωποι θα ήταν δυνατό να ζουν αδελφωμένοι και από τότε άρχισαν να αλλάζουν θρησκεία, να αρνούνται τους θεούς των Ελλήνων, να προσκυνούν εκείνον τον σοφιστή που σταυρώθηκε και νά ζουν σύμφωνα με τους νόμους του».
Τα λόγια αυτά που αναφέρονται στους χριστιανούς και υπονοούν τον Ιησού, αμφισβητούν προφανώς οποιαδήποτε υπερφυσική ιδιότητα στον Ιησού όμως δεν δείχνουν να αμφισβητούν την ιστορική ύπαρξή του.
Β) Οι χριστιανικές πηγές.
Η πρώτη και κυριότερη πηγή είναι η Καινή Διαθήκη. Γενικά δεν θα αναφερθούμε εμείς σήμερα στις πηγές αυτές της Καινής Διαθήκης επειδή είναι γνωστές σε όλους μας, αν και επιστημονικά είναι από τις πιό ισχυρές λόγω του ότι αναπτύσσουν την κοινωνική, πολιτική και θρησκευτική ζωή της εποχής του Χριστού. Θα αναφερθούμε όμως ιδιαίτερα μόνο στην επιστολή του Αδελφοθέου και Αποστόλου Ιακώβου η οποία είναι και χρονικά η πρώτη αφού γράφτηκε, σύμφωνα με τους ερμηνευτές, 10-12 έτη μετά την Ανάσταση του Χριστού.
Ο Ιάκωβος ο Αδελφόθεος υπήρξε εκ των παιδιών του Ιωσήφ του Μνήστορος της Υπεραγίας Θεοτόκου που είχε αποκτήσει από την πρώτη του γυναίκα και που μεγάλωσαν στο ίδιο σπίτι με το Χριστό στην Ναζαρέτ και είναι γνωστά στην τοπική κοινωνία και στα κείμενα ως αδελφοί του Κυρίου όπως μας αναφέρει ο Ματθαίος και ο Μάρκος. Οι αδελφοί του Κυρίου προ του Πάθους και της Αναστάσεως δεν επίστεψαν στον Χριστό, όπως μας αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης (κεφ. 7, 5). Μετά την Ανάστασή Του όμως πίστεψαν. Στον Ιάκωβο ο Αναστημένος Κύριος εμφανίστηκε ιδιαιτέρως (Α’ Κορ. 15, 7) ίσως για την πολλή του αγιότητα που ήταν ξακουστή σε όλη την περιοχή. Έγινε ο πρώτος Επίσκοπος Ιεροσολύμων, μάλλον από τον ίδιο τον Χριστό, όπως αναφέρει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ο Αδελφόθεος έγραψε την επιστολή προς τις 12 φυλές του Ισραήλ που ήταν στην διασπορά και διακηρύττει κυρίως την θεότητα του Χριστού. Η επιστολή έγινε γνωστή στους Εβραίους και πολλοί από αυτούς την αποδέχθηκαν παρ’ ότι οι Εβραίοι μέχρι τότε δεν αναγνώριζαν τον Χριστό. Εάν ο Χριστός δεν ήταν γνωστός ως πρόσωπο στην εβραϊκή κοινωνία, στην οποία ο Αδελφόθεος απέστειλε την επιστολή του, δεν θα μπορούσε εύκολα η επιστολή του να γίνει αποδεκτή. Ήταν κυριολεκτικά αδύνατο να παρασυρθούν οι Εβραίοι από μύθους και ψεύδη οι οποίοι γνώριζαν τις προφητείες και περίμεναν τον Μεσσία.
Η αλήθεια για την ιστορική ύπαρξη του Χριστού επιβεβαιώνεται επίσης από τους ανθρώπους εκείνους, πρώην Ιουδαίους και Ειδωλολάτρες, που έγιναν Χριστιανοί και που πολλοί απ’ αυτούς θυσίασαν και τη ζωή τους για την αφοσίωση τους σ’ Αυτόν.
Πρώτοι απ’ αυτούς είναι οι δώδεκα μαθητές του Χριστού. Άνθρωποι φτωχοί, απλοί ψαράδες της Γαλιλαίας, ζουν χωρίς φαντασιώσεις κι ονειροπολήσεις. Εργάζονται στη θάλασσα για το καθημερινό ψωμί και είναι εξ επαγγέλματος ρεαλιστές που πιστεύουν μόνο στα χέρια τους. Ακολούθησαν βέβαια τον Ιησού, όχι όμως χωρίς απορίες και αντιρρήσεις. Γι’ αυτό και ήταν οι πρώτοι που τον εγκατέλειψαν, όταν Εκείνος συνελήφθη και πρώτοι που την είδηση ότι ο Χριστός αναστήθηκε χαρακτήρισαν ως γυναικείο παραλήρημα («λήρος»).
Κι όμως οι άνθρωποι αυτοί, επειδή ήταν καλοπροαίρετοι και ειλικρινείς, όταν είδαν τον αναστημένο Χριστό, όταν τον ψηλάφησαν, όταν συνομίλησαν και έφαγαν μαζί του σαράντα ολόκληρες μέρες μετά την ανάσταση του (Λουκ. κδ' 13-43. Ίωάν. κ'-κα') πείσθηκαν οριστικά ότι ο Ιησούς ήταν ο Χριστός, ο Υιός του Θεού. Και η ακλόνητη αυτή πεποίθησή τους, τους έκανε να γίνουν βιογράφοι (Ευαγγελιστές), κήρυκες και απόστολοι του Χριστού, όχι μόνο με το λόγο καί την πένα, αλλά και με αυτό το αίμα τους, πού εκούσια πρόσφεραν για την μαρτυρία του Ιησού.
Ο Σαύλος, έπειτα, ο λόγιος αυτός και διδάσκαλος του Ισραήλ, τελείως διαφορετικός μορφωτικά και κοινωνικά από τους δώδεκα ψαράδες της Γαλιλαίας, όχι μόνο δεν ακολούθησε το Χριστό, αλλά και πολέμησε λυσσαλέα τους οπαδούς του (Πράξ. η' 3, θ' 1). Το γεγονός αυτό έπεισε τους Εβραίους άρχοντες και τον διόρισαν αρχηγό της υπηρεσίας δίωξης των χριστιανών (Πράξ. θ' 2).
Κι όμως ο Σαύλος έγινε χριστιανός, πήρε το όνομα «Παύλος» και αναδείχθηκε ο μεγαλύτερος απόστολος του Χριστού και ο πρώτος θεωρητικός του Χριστιανισμού! Όποιος διαβάσει τις Επιστολές του, διαπιστώνει ότι κάθε άλλο παρά φαντασμένος και ονειροπαρμένος ήταν ο άνθρωπος αυτός. Ο Παύλος ήταν μια μεγαλοφυΐα, άνθρωπος με βαθειά μόρφωση και κατάρτιση, με αδάμαστη θέληση και άκαμπτη αποφασιστικότητα. Ταξίδεψε και επισκέφθηκε όλη την περιοχή της Μ. Ασίας και της Μεσογείου, διαλέχθηκε με όλες τις φιλοσοφικές και θρησκευτικές ιδεολογίες της εποχής του˙ αντιμετώπισε Ρωμαίους, Εβραίους, Έλληνες, στρατιωτικούς, πολιτικούς και θρησκευτικούς ηγέτες μέχρι και αυτόν τον Αυτοκράτορα της Ρώμης Νέρωνα!
Οι Μάρτυρες επίσης της αρχαίας Εκκλησίας που υπολογίζονται σε 11.000.000 κατέθεσαν τη σπουδαιότερη μαρτυρία για την ιστορική ύπαρξη του Ιησού Χριστού. Πολύ κοντά σε όσους είχαν ζήσει στην εποχή του Χριστού και σε μερικούς μάλιστα που είχαν δει και ακούσει τον Ιησού, δέχθηκαν να γίνουν Χριστιανοί, εν γνώσει τους ότι η επιλογή τους αυτή σήμαινε βέβαιο θάνατο! Και πως να το κάνομε! Η μαρτυρία του αίματος είναι η πιο ισχυρή μαρτυρία όχι μόνο για την ιστορική ύπαρξη, αλλά και για τη θεότητα του Ιησού Χριστού ιδιαίτερα.
Γ) Οι εβραϊκές πηγές.
Ραβινική φιλολογία (Ταλμούδ). Μια άλλη βοηθητική πηγή για την ανίχνευση του ιστορικού Ιησού είναι κι εκείνη της ραββινικής παράδοσης. Στα κείμενα αυτά, συναντούμε στοιχεία και κρίσεις για τον Ιησού από την εποχή του ακόμη, που θυμίζουν την ατμόσφαιρα των διηγήσεων των χριστιανικών κειμένων, όταν αναφέρονται σε ανάλογα θέματα κριτικής και απόρριψης του Ιησού. Οι πληροφορίες που μας δίνει ιδιαίτερα η ιουδαϊκή ερμηνευτική παράδοση του Ταλμούδ, προέρχονται από τα τέλη του 1ου και τις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ., και παρουσιάζουν κάποια ιδιαιτερότητα, γιατί εκφράζουν τις ιουδαϊκές εκτιμήσεις για πρόσωπα και πράγματα της εποχής. Μας διασώζουν επίσης τις κρίσεις των ραββίνων του παραδοσιακού Ιουδαϊσμού σχετικά με το πρόσωπο και το περιεχόμενο της διδασκαλίας του Ιησού. Σ' αυτά τά κείμενα της επίσημης ιουδαϊκής παράδοσης γίνεται μεταξύ των άλλων σαφής αναφορά στο πρόσωπο και το έργο του Ιησού και παρόλο που τα παρεχόμενα στοιχεία είναι σχετικά λίγα, από αυτά βγαίνει το συμπέρασμα ότι ο Ιησούς και το έργο του απασχόλησαν έντονα τον Ιουδαϊσμό της εποχής του. Εκεί ο Ιησούς αναφέρεται ως Γιεσσού μπεν Πανθέρα (Yeshu Ben Pantera), που σημαίνει Ιησούς ο Γιος του Πάνθηρα. Μνημονεύεται η μετάβαση του στην Αίγυπτο, όπου κατά την ιουδαϊκή αυτή παράδοση σπούδασε την τέχνη της μαγείας, που αργότερα άσκησε, επιστρέφοντας στην πατρίδα του. Εξαιτίας δε αυτού του γεγονότος δίνεται και η ερμηνεία της καταδίκης του σε σταυρικό θάνατο. Αν και τα σωζόμενα αυτά στοιχεία της ραββινικής παράδοσης στηρίζονται σε μια διάθεση πολεμικής κατά του Ιησού, εντούτοις λόγω αυτής ακριβώς της διάθεσης, αποκτά ιδιαίτερη σημασία μια προσπάθεια «απομυθοποίθησης» του Ιησού με το να καταδειχθεί η ταπεινή του προέλευση, χωρίς όμως να γίνεται λόγος για άρνηση της ιστορικότητάς του.
Εκτός από αυτές τις πηγές θα θέλαμε να κάνουμε μιά ξεχωριστή αναφορά στην Παλαιά Διαθήκη. Η Παλαιά Διαθήκη περιέχει εκατοντάδες προφητείες για τον Ιησού Χριστό. Για την ακρίβεια, είναι ολόκληρη μια προφητεία για την έλευση τού Σωτήρα τού κόσμου. Και όπως ο Θεός προφήτευσε σε κάθε λαό, έτσι προφήτευσε κυρίως στους Ισραηλίτες για τον Χριστό, από τους οποίους έμελλε να γεννηθεί.
Υπάρχουν τρανταχτές αποδείξεις ότι ο Ιησούς ήταν Θεός, ο Μεσσίας που προφήτευσαν οι προφήτες εκατοντάδες χρόνια πριν. Τα γεγονότα που προφητεύτηκαν και εκπληρώθηκαν πανηγυρικά με τόση ακρίβεια, δεν μπορούν να εξηγηθούν διαφορετικά, παρά μόνο με την ύπαρξη θείου σχεδίου.
1. Ο Μεσσίας θα γεννιόταν στη Βηθλεέμ (700)
Προφητεία: «Κι εσύ Βηθλεέμ, περιοχή του Ιούδα, δεν είσαι καθόλου ασήμαντη ανάμεσα στις επιφανέστερες πόλεις του Ιούδα, γιατί από σένα θα βγει αρχηγός, που θα καθοδηγήσει το λαό μου, τον Ισραήλ..» (Μιχαίας 5:12)
2. Ο Μεσσίας θα προερχόταν από τη φυλή Ιούδα (1400)
Προφητεία: «Δεν θα λείψει το σκήπτρο από τον Ιούδα, ούτε νομοθέτης από ανάμεσά του, μέχρι που θα έρθει ο Σηλώ και σ' Αυτόν θα υπακούνε οι λαοί» (Γένεση 49:10).
Η λέξη Σηλώ, σημαίνει Μεσσίας.
3. Ο Μεσσίας θα γεννιόταν από Παρθένο (720) Προφητεία: "Γι αυτό, ο ίδιος ο Κύριος θα σας δώσει σημάδι. Δείτε, η Παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει γιο, και θα ονομαστεί Εμμανουήλ" (Ησαΐας 7:14) 4. Ο Μεσσίας θα έκανε τη θριαμβευτική Του είσοδο στην Ιερουσαλήμ καβάλα πάνω σε ένα γαϊδουράκι (500) Προφητεία: «Έχε χαρά μεγάλη, θυγατέρα Σιών. Να αλαλάζεις θυγατέρα Ιερουσαλήμ. Δες! Ο Βασιλιάς σου έρχεται σε σένα! Αυτός είναι δίκαιος και σώζει. Είναι πράος και κάθεται πάνω σε γαϊδουράκι» (Ζαχαρίας 9:9) 5. Ο Μεσσίας θα προδινόταν για 30 αργύρια Προφητεία: «Και είπα σ' αυτούς: "Αν συμφωνείτε, δώστε μου αμοιβή. Διαφορετικά αρνηθείτε την. Κι εκείνοι έστησαν την αμοιβή μου: τριάντα αργύρια" » (Ζαχαρίας. 11:12) Μια από τις εκπληκτικότερες μεσσιανικές προφητείες, είναι το ακριβές ποσό που πληρώθηκε για την κατάδοση του Ιησού. Το βιβλίο του Ζαχαρία γράφτηκε γύρω στα 520 π.Χ., κι όμως η αμοιβή για την προδοσία του Ιησού προφητεύτηκε ακριβώς. 6. Που θα χρησιμοποιούνταν τα αργύρια της προδοσίας Προφητεία: «Και είπε Κύριος σ' εμένα: Ρίξτε τα αυτά στον κεραμοποιό, την τιμή με την οποία διατιμήθηκα απ' αυτούς. Και πήρα τα τριάντα αργύρια και τα έριξα αυτά στον οίκο του Κυρίου, στον κεραμοποιό» (Ζαχαρίας 11:13) 7. Ο Μεσσίας θα τραυματιζόταν, θα ταλαιπωριόταν και θα δερνόταν Προφητεία: «Αλλά αυτός τραυματίστηκε για τις δικές μας ανομίες. Την τιμωρία που έφερε τη δική μας ειρήνη, αυτός την υπέστη, και με τις δικές του πληγές εμείς γιατρευτήκαμε» (Ησαΐας 53:4-5) 8. Ο Μεσσίας θα πέθαινε με θάνατο σταυρικό Προφητεία: «Γιατί, σκυλιά με περικύκλωσαν, σύναξη πονηρών ανθρώπων με περιτριγύρισε. Τρύπησαν τα χέρια μου και τα πόδια μου» (Ψαλμός 22:16) Προφητεία: «Κι έδωσαν σ' εμένα χολή για φαγητό και στη δίψα μου με πότισαν ξύδι» (Ψαλμός 69:21) 10. Τα ρούχα Του θα τα έβαζαν σε κλήρο Προφητεία: «Μοιράστηκαν τα ρούχα μου μεταξύ τους, και το ρουχισμό μου τον έβαλαν σε κλήρωση» (Ψαλμός 22:18) 11. Κανένα από τα οστά Του δεν θα έσπαζε Προφητεία: «Αυτός προστατεύει όλα τα οστά του. Κανένα απ' αυτά δεν θα συντριφθεί» (Ψαλμός 34:20) Η προφητεία αυτή εκπληρώθηκε με τον εκπληκτικότερο τρόπο. Μετά που σταυρωνόταν ένα πρόσωπο κι έμενε κρεμασμένο πάνω στο σταυρό όλη τη μέρα, ήταν η συνήθεια των Ρωμαίων να σπάζουν τα σκέλη του. Αυτό έκαναν για να επισπεύσουν το θάνατο ώστε οι στρατιώτες να πάνε γρηγορότερα στον καταυλισμό τους. Ο ξαφνικός και ανυπόφορος πόνος, σόκαρε στις περισσότερες περιπτώσεις τον κατάδικο επισπεύδοντας το θάνατο του. Οι Ρωμαίοι στρατιώτες έσπασαν τα σκέλη των δύο ληστών που είχαν σταυρώσει μαζί με τον Χριστό. Όταν ήρθαν στον Χριστό απόρησαν που Αυτός είχε ήδη πεθάνει. Αντί λοιπόν να Του σπάσουν τα σκέλη, απλώς έμπηξαν ένα ξίφος στο πλευρό Του, εκπληρώνοντας έτσι μέχρι και την παραμικρότερη λεπτομέρεια την προφητεία ότι, τα σκέλη Του δεν θα σπάζονταν. Αυτή η εκπλήρωση ιστορείται στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη 19:33. Προφητεία: «Και ο τάφος του ορίστηκε με τους κακούργους. Όμως, στο θάνατο Του στάθηκε με τον πλούσιο, γιατί δεν έκανε ανομία, κι ούτε βρέθηκε δόλος στο στόμα Του» (Ησαΐας 53:9) Ο Χριστός πέθανε ανάμεσα σε δύο ληστές. Όταν ήρθε η ώρα της ταφής Του, δεν είχαν μέρος γι΄ Αυτόν. Υπήρχε ένας πλούσιος που λεγόταν Ιωσήφ από την Αριμαθαία, που είχε γίνει κρυφός μαθητής του Χριστού. Αυτός που πήγε στον Πιλάτο και του ζήτησε το σώμα του Ιησού για να το θάψει. Ο Πιλάτος, δέχτηκε την αίτηση του και ο Ιωσήφ έθαψε το σώμα του Ιησού στον τάφο που είχε για τον εαυτό του. Εκπληρώθηκε έτσι η προφητεία ότι ο Ιησούς θα θαβόταν με τον πλούσιο. 13. Ο Μεσσίας θ΄ανασταινόταν από τους νεκρούς Προφητεία: «Γιατί, δε θα εγκαταλείψεις την ψυχή μου στον Άδη, κι ούτε θα αφήσεις τον όσιό σου να φθαρεί» (Ψαλμός 16:10) Παρόλο που ο τάφος του Χριστού φυλαγόταν από μια στρατιωτική φρουρά, μετά από τρεις μέρες, Αυτός αναστήθηκε. Οι αρχιερείς, πλήρωσαν τους στρατιώτες για να πουν ψέματα, ισχυριζόμενοι ότι, οι μαθητές του Χριστού ήρθαν κι έκλεψαν το σώμα Του τη νύχτα. Τις επόμενες 40 μέρες, ο Χριστός εμφανίστηκε σε πολλούς ανθρώπους σε διαφορετικές περιπτώσεις. Σε μια περίπτωση, πάνω από 500 άνθρωποι Τον είδαν μαζί. Το γεγονός αυτό θα γινόταν δεκτό από οποιοδήποτε δικαστήριο του κόσμου. Σεβασμιώτατε, Ο Χριστός επαναλαμβάνει την ερώτηση στον καθένα μας: «Ποιός λέτε εσείς ότι είμαι»; Για πολλούς, ο Ιησούς Χριστός είναι μόνο ένα πρόσωπο, ένα αντικείμενο για ζωγραφιά, ένα ηρωικό θέμα για ένα σύγγραμμα, μια όμορφη μορφή για ένα άγαλμα και μια σκέψη για ένα τραγούδι. Όμως για εκείνους που έχουν ακούσει τη φωνή Του, που έχουν αισθανθεί τη συγνώμη Του, που έχουν δεχτεί την ευλογία Του, είναι μελωδία, θαλπωρή, φως, χαρά, ελπίδα και σωτηρία, ένας Φίλος που ποτέ δεν μας εγκαταλείπει και μας ανυψώνει όταν οι άλλοι προσπαθούν να μας ρίξουν. Δεν μπορούμε να Τον εξουθενήσουμε ακόμα κι αν Του φορτώσουμε όλες τις λύπες μας και τα προβλήματά μας. Αυτός είναι πάντα έτοιμος να μας σηκώσει, είναι πάντα έτοιμος να μας βοηθήσει. Μας αντιμετωπίζει με την ίδια αγάπη, μας φωτίζει με το ίδιο χαμόγελο, μας συμπονά με την ίδια ευσπλαχνία. Ο Χριστός είναι αυτός που χαρίζει: Ανάπαυση στον κουρασμένο, Χαρά στον λυπημένο, Είναι Αυτός που μας πήρε από το χέρι και μας έβαλε στον Παράδεισο. Είναι ο Χριστός που ακούει την φωνή μας όταν βρισκόμαστε στην δύσκολη θέση του Ιάειρου και η δοκιμασία πλημμυρίζει την ζωή μας. Είναι ο Χριστός που μας δίνει δύναμη όταν τον συναντούμε ως Χαναναίες και αιμορρούσες μέσα στις αρρώστιες και τον πόνο. Είναι ο Χριστός που μας ανοίγει στην αγκαλιά του, όταν οι άλλοι μας αποκλείουν ατομικά και κοινωνικά, ως αλλοδαπούς Σαμαρείτες. Είναι ο Χριστός που βαδίζει δίπλα μας στην πορεία του εαυτού μας προς Εμμαούς και ξυπνά μέσα μας τις θαμμένες μνήμες γνωριμίας και ζωής μαζί Του. Τελικά, Κύριε, η απάντησή μου στην ερώτησή σου προς τον Πέτρο είναι η εξής: «Ει αμαρτωλός εστίν, ουκ οίδα. Εν οίδα ότι τυφλός ων άρτι βλέπω».
9. Στο Μεσσία θα προσφερόταν ξύδι να πιει
12. Ο Μεσσίας θα ενταφιαζόταν με τον πλούσιο
Ελπίδα στον απελπισμένο, Φως στο ευτυχισμένο.
Σπίτι για τον ξένο, Δύναμη μέχρι το τέλος,
Καταφύγιο απ' τον κίνδυνο, Σωτήρας και Φίλος!
Είναι ο Χριστός:
Που δίνει χαρά στη θέση της λύπης
Που δίνει αγάπη και διώχνει κάθε φόβο μακριά
Και φωτίζει την σκοτεινή μου θλίψη
Και με κάνει να βλέπω το νόημα της ζωής πιο καθαρά.





Login
Υπενθύμιση κωδικού