-«Η Εκκλησία δεν είναι το ράσο που φορώ, δεν είναι το εξαπτέρυγο απο μπακίρι ή η σταυροειδής ναοδομία. Εκκλησία είναι η σχέση που έχουμε με το Χριστό» είχε πει παλιότερα, ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος. Πώς κρίνετε αυτή τη σχέση στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, Σεβασμιώτατε;
-Νομίζω ότι υφίσταται, περισσότερο από ποτέ και μάλιστα είναι ειλικρινέστερη από κάθε άλλη εποχή. Εμπόδια στην οικόδόμηση και στην ενίσχυση αυτής της σχέσης είναι οι διοικητικές πράξεις της Ιεραρχίας της Εκκλησίας και η συμπεριφορά των κληρικών, αποτελέσματα ανάλογα της ποιμαντικής δραστηριότητος και της πνευματικότητός μας. Τροχοπέδη αυτών είναι οι σχέσεις της Εκκλησίας με την Πολιτεία. Όταν θελήσουμε να επαναπροσδιοριστούν οι μεταξύ μας σχέσεις, τότε ως Εκκλησία, θα δώσουμε στο λαό μας την εικόνα του Εσταυρωμένου Χριστού, ο οποίος, χωρίς βελούδα και μαλάματα στους γυμνούς του ώμους, θα ερμηνεύει το παρελθόν μας, θα γαληνεύει το παρόν μας και θα αναπτερώνει με αγωνιστικότητα το μέλλον μας. Η δε Πολιτεία, αν το θέλει φυσικά, θα καταφέρει να βγει απο το απαξιωτικό τέλμα στο οποίο έχει βυθιστεί, αξιοποιώντας το Ευαγγέλιο που προτρέπει σε κοινωνική δικαιοσύνη, προτείνει αξιοκρατία, κηρύσσει την ισότητα ενώπιον του Θεού, ξεπερνά οικονομικά αδιέξοδα και δεν διχάζει.
Ο Έλληνας του 21ου αιώνα, αν θέλει να αφήσει ίχνη στον πλανήτη και να αρθρώσει παγκοσμίως πρωτότυπο λόγο , έχει ανάγκη αυτόν τον Χριστό στην καθημερινότητά του. Καμαρώνουμε όταν εγκαινιάζονται Εκθέσεις εκκλησιαστικών τεχνών στις ευρωπαϊκές Πρωτεύουσες και θέλουμε να αγνοούμε αυτόν που ενέπνευσε τους δημιουργούς της. Να το πώ αλλιώς, ως Εκκλησία τον υποπτευόμαστε μόνο, μα και ως Πολιτεία δεν τολμούμε να σχεδιάσουμε μαζί του το μέλλον μας, αφού ούτως ή άλλως είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένος μ’ αυτό.
-Πολλοί είναι εκείνοι που κάνουν λόγο για αναχρονιστικότητα της πίστης. «Οι κοινωνίες και τα μέλη τους αλλάζουν, ενω η θρησκεία μας δεν εξελίσσεται», λένε, επιρρίπτοντας ευθύνες στους Ιεράρχες. Πόσο συμφωνείτε η διαφωνείτε με αυτήν την άποψη;
-Κοιτάξτε, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τις έννοιες. Η Πίστη μας είναι διαχρονική όταν μας διδάσκει το μυστικό να μη γονατίσουμε στη ζωή και τη μέθοδο να νικήσουμε το φόβο του θανάτου μας. Αυτό τα δυό «καλά μηνύματα» του Ευαγγελίου δεν θα αλλάξουν ποτέ. Αναχρονιστικά είναι, η γλώσσα με την οποία εξαγγέλονται και ο τρόπος με τον οποίο προτείνονται. Σ’ αυτό έχετε δίκιο, και όσο κι αν μας πονάει τους Έλληνες πρέπει να τολμήσουμε κάποτε να συζητήσουμε γιά την λειτουργική μας αρχαιοελληνική γλώσσα και γιά τη απομυθοποίηση των κειμένων της Αγίας Γραφής. Εαν η Πίστη μας ήταν θρησκεία τότε δεν θα επέτρεπε παρόμοιους προβληματισμούς. Τούς επιτρέπει όμως, επειδή ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός είναι Εκκλησία, δηλ. συγκερασμός γνωμών και εμπειριών. Δόγματα της Εκκλησίας είναι όσες γνώμες και εμπειρίες έχουν καταξιωθεί στους αιώνες ως ωφέλιμες για την ευτυχία και τη σωτηρία του ανθρώπου. Οι Ιεράρχες δεν είμαστε καθοδηγητές των απόψεων και των εμπειριών των πιστών. Είμαστε θεατές και αφουγκραζόμαστε τις αλλαγές και τις εξελίξεις των χριστιανικών κοινωνιών μας. Χρειάζεται όμως να προσέχουμε, ούτε άλματα να κάνουμε ούτε να βραδυπορούμε, επειδή στην πρώτη περίπτωση αφήνουμε κάποιους πίσω, ενώ στη δεύτερη, μας προσπερνά η ιστορία.
-Σεβασμιώτατε, πολλοί επιμένουν πως ήρθε η ώρα να υπάρξει διαχωρισμός Κράτους-Εκκλησίας. Πρόκειται για έμμεση «αποπομπή» της θρησκείας από τη ζωή μας ή μήπως θα ήταν καλή μιά «αποδέσμευση» από την εκκοσμικευμένη αντίληψη που ενδεχομένως έχει εδραιωθεί για την Εκκλησία;
-Μου αρέσει η ερώτησή σας. Θα σας μιλήσω ειλικρινά. Εμείς διαχωρισμό δεν θα ζητήσουμε ποτέ επειδή δεν θέλουμε να μας καταλογίσει η Ιστορία αυτό που θα ακολουθήσει. Αλήθεια, έχετε καταλάβει, ότι μετά την κατάργηση του Χ.Ο. από τις αστυνομικές ταυτότητες, η Εκκλησία της Ελλάδος, άρχισε να ζητάει «πιστοποιητικά» και «παρουσίες» από τους Έλληνες, προκειμένου να τους αποδεχτεί στο μέλλον ως αναδόχους καί παρανύμφους ή προκειμένου να τους μεταδώσει την Θεία Κοινωνία; Λοιπόν, παρόμοια στεγανά η Εκκλησία ξέρει να υψώνει και καμμιά Αρχή προσωπικών δεδομένων δεν μπορεί να της το απαγορεύσει. Εμείς ξέρουμε να ζούμε και χωρισμένοι από το Κράτος. Έτσι ζούσαμε στην τουρκοκρατία, έτσι ζουν οι πανίσχυρες μητροπόλεις και αρχιεπισκοπές μας στην Αμερική, στην Ευρώπη και στην Αυστραλία. Παρόλα αυτά δεν θέλουμε χωρισμό, επειδή και μεις δεν είμαστε ακόμα ετοιμοι να διαχειριστούμε την παντοδύναμη εξουσία την οποία απο την επομένη ημέρα του χωρισμού θα αναλάβουμε στα χέρια μας. Θα τα καταφέρουμε όμως... παλιά μας τέχνη...! Αν πάλι μας επιβληθεί βιαίως ενας χωρισμός ή αν εμείς τεχνιέντως τον επιδιώξουμε, τότε να είστε βέβαιοι, οτι μέσα μας, θα πούμε «δόξα νάχει ο Θεός!» Η Πίστη δεν μπορεί να εξοβελιστεί από τη ζωή του ανθρώπου και όπου καταπιέζεται τόσο πιό απαιτητική γίνεται. Αν μου επιτρέψετε να σχολιάσω μόνο μιά φράση της ερωτήσεώς σας. Το αντίθετο της «εκκοσμικευμένης Εκκλησίας» είναι το «απόκοσμη Εκκλησία» και κάτι τέτοιο είναι έξω από την αποστολή μας στον κόσμο.
-Εσείς Σεβασμιώτατε, δεν φοβηθήκατε να μιλήσετε ακόμη και για την «αμαρτωλότητα» των κληρικών που «ξεσκεπάστηκε», για την «αδυναμία του ανθρώπου» που μας πονάει μεν, υφίσταται δε. Πόση ανεκτικότητα θα πρέπει να δείχνει ο κλήρος απέναντι στούς ιεράρχες του;
-Πρέπει πάλι να ξεκαθαρίσουμε τις έννοιες. Η Εκκλησία δεν είναι «κολλέγιο αγγέλων». Είναι το σπίτι των αμαρτωλών, είναι ο δρόμος των αμαρτωλών πρός τη σωτηρία. Μιά παρεκκλησιαστική προτεσταντική τακτική στην Ελλάδα του 20ου αιώνα, που δυστυχώς, άλλον λίγο άλλον πολύ, μας επηρέασε όλους, έκανε τους Έλληνες πουριτανούς υποκριτές ηθικολόγους, ώστε να μην ανέχονται την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης. Θυμηθείτε όμως το Ευαγγέλιο, όπου ο Χριστός σεβάστηκε τους αμαρτωλούς, δεν τους εξέθεσε, τους φέρθηκε με διάκριση και τους κάλεσε σε μετάνοια. Γι’ αυτό εμείς, συνηθισμένοι να ακούμε διάφορα στις εξομολογήσεις, δεν ξαφνιαζόμαστε μπροστά σε καμμιά αμαρτία του ανθρώπου. Την δικαιολογούμε, την θεραπεύουμε καί βοηθάμε τον εξομολογούμενο να συνεχίσει τη ζωή του, με όση μπορεί περισσότερη μετάνοια. Το παράπονό μας και η απορία μας αρχίζει όταν οι λαϊκοί ξαφνιάζεστε με τις δικές μας αμαρτίες. Η εποχή μας και ο λαός μας, ανέχεται πολλά αμαρτήματα και, μη σας φανεί περίεργο, που και μέσα σε μας αμβλύνεται κάπως η οξύτητά τους. Είτε δημοσιοποιηθούν τα αμαρτήματα κάποιων κληρικών είτε δεν δημοσιοποιηθούν, η Εκκλησία ζητεί την μετάνοιά τους. Η δημοσιογραφία όμως στον τόπο μας, ζητεί «επί πίνακι την κεφαλή» μόνο των πρώτων, μετατρέποντας τους δεύτερους σε καλούς υποκριτές ή ανοιχτομάτιδες διπλωμάτες. Σ’ αυτό το «επικοινωνιακό δίχτυ», δυστυχώς, μπήκαμε και οι Ιεράρχες όταν συγκροτούμε τα εκκλησιαστικά δικαστήρια γι’ αυτό και οι ιερείς μας είναι αμείλικτοι με τα δικά μας αμαρτήματα. Τακτική παντελώς αντιχριστιανική την οποία πρέπει να αλλάξουμε αν θέλουμε να παραμείνει η Εκκλησία «θεραπευτήριο» και να μη γίνει «κολαστήριο».
Ο Ιάκωβος ο αδελφόθεος γράφει «ἡ κρίσις ἀνέλεος τῷ μὴ ποιήσαντι ἔλεος», δηλ. «η κρίση του Θεού θα είναι χωρίς επιείκεια για κείνον που υπήρξε άσπλαχνος στους αδελφούς του».
-Υπάρχουν βέβαια και απόψεις που εκφράζονται από κάποιους Ιεράρχες και προκαλούν. Για παράδειγμα, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, σε συνέντευξή του στην «Ελευθεροτυπία», δήλωσε πως οι «αριστεροί πολίτες πιστεύουν περισσότερο από τους δεξιούς». Θα ήθελα ένα σχολιό σας.
-Θεωρώ την άποψη, ποιμαντικά παρωχημένη. Κάποτε λέγονταν αυτά σε μια προσπάθεια να δείξουν ότι η Εκκλησία δεν ανήκει σ’ έναν πολιτικό χώρο. Σήμερα νομίζω ότι αυτό είναι δεδομένο, όσο κι αν κάποιοι θέλουν αφελώς να την χαρίζουν σε άλλους. Η Εκκλησία εμπνέει και βοηθά κάθε πολιτικό χώρο όταν αυτός δεν την δυσκολεύει κυρίως στο ποιμαντικό της έργο. Βέβαια η Αριστερά έδωσε εξετάσεις και απέτυχε. Δεν διδάχθηκε τίποτε από την Ιστορία της και όσο θίγει την Χριστιανική Πίστη τόσο περισσότερο θα εξοστρακίζεται από την ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου που επιστρέφει στην αγκαλιά του Ναζωραίου. Δεν είμαστε, λοιπόν, η Εκκλησία που τους αρνούμεθα αλλά είναι η Αριστερή ιδεολογία τους που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ελευθερία του πνεύματος του Ευαγγελίου. Καί μόνο η εικόνα της περιφρόνησης του Αγιασμού στη Βουλή κάθε Οκτώβριο από τα Αριστερά κόμματα, τα απαξιώνει στα μάτια των ελλήνων χριστιανών που ενδεχομένως τα καλοβλέπουν και φαντάζομαι, διχάζει τραγικά τις προσωπικότητες των Αριστερών χριστιανών παρόντων βουλευτών.
-Υπάρχει και το θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας. Διανύουμε περίοδο οικονομικής κρίσης. Πώς η Εκκλησία μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους της;
-Να μου επιτρέψετε να σας πω οτι αυτά που λέγονται στη Χώρα μας για την εκκλησιαστική περιουσία είναι από αστεία μέχρι και επικίνδυνα. Η Εκκλησία είχε, έχει και θα έχει περιουσία και όσο την πολεμούν γι’ αυτό, τόσο η περιουσία της θα αυξάνει. Αν συμβεί δε και κανένας χωρισμός με το Κράτος, για τον οποίο είπαμε νωρίτερα, ε! τότε να δείτε τι θα γίνει! Πάντως αυτός ο συναγωνισμός των δύο κυρίως κομμάτων, για το ποιό θα φορολογήσει περισσότερο την Εκκλησία, βλάφτει φοβερά το λαό μας και φανερώνει την μυωπία της Ελληνικής Πολιτείας μπροστά στο διεθνές γίγνεσθαι. Θα φορολογηθεί η εκκλησιαστική περιουσία που συντηρεί το 70% των Ιδρυμάτων της Χώρας, τώρα που η περίθαλψη γίνεται επικερδές επάγγελμα σε βάρος των χαμηλόμισθων και των απόρων, από μέρους μεγαλογιατρών και Φαρμακευτικών Εταιρειών; Μπροστά σε παρόμοια αντιλαϊκά μέτρα δεν θα παραμείνουμε σιωπηλοί, να είστε σίγουροι. Θα ξεθάψουμε από τις βιβλιοθήκες μας όλες τις ομιλίες του Ιωάννου Χρυσοστόμου περί των Αρχόντων που αδιαφορούν για το λαό επειδή δωροδοκούνται από τους Δυνατούς. Οπότε στο ερώτημά σας απαντώ, οτι εμείς την οικονομική κρίση δεν την περιμένουμε τώρα. Εμείς την βλέπουμε και την παλεύουμε χρόνια, στα συσσίτια, στα φιλόπτωχα, στις διανομές μεταχειρισμένων ρούχων και επίπλων, στις αποφυλακίσεις χριστιανών μας για χρέη, στις εξοφλήσεις των λογαριασμών τους ηλεκτρικού και νερού, στα επιδόματα στους απολυμένους και στους πολύτεκνους κ.λ.π. Γι’ αυτό λέω ότι η εχθρική αντιμετώπιση της εκκλησιαστικής περιουσίας από την Πολιτεία θα αποβεί σε βάρος του χειμαζόμενου λαού μας ο οποίος την δική μας πόρτα την βρίσκει ευκολότερα από την πόρτα των πολιτικών, οπότε και την εχθρική αυτή τακτική των Κυβερνήσεων θα την πληροφορηθεί γρηγορότερα.
-Η εποχή μας είναι υλιστική. Τα χρήματα αποκτούν όλο και περισσότερη δύναμη ενώ ο Θεός μοιάζει να παρακολουθεί την «κατρακύλα» του δημιουργήματος σαν να κρύβεται για να μας βασανίσει. Πώς μας φανερώνεται ο Θεός, Σεβασμιώτατε;
-Η ερώτησή σας μου θυμίζει ένα παλιότερο στοχασμό του Πασκάλ: «Θεέ μου, θα σε πιστεύαμε περισσότερο αν βλέπαμε έστω την άκρη του μανδύα σου, και δεν μας τον δείχνεις;». Δεν συμφωνώ, όμως. Τα χρήματα είναι η αδυναμία της εποχής μας, η αχίλλειος πτέρνα της. Όποιος στηριχθεί σ’ αυτά, θα τρέμει σύγκορμος μή τυχόν τον προδώσουν, γλυστρίσουν σ’ άλλα χέρια και φτωχύνει. Κι αν δεν τον ευνοήσει ο Θεός να πάθει κάτι τέτοιο, σίγουρα θα νιώσει την παγερή εγκατάλειψή τους όταν θα ετοιμάζεται να πεθάνει. Άρα τα χρήματα δεν προσθέτουν δύναμη αλλά αναπηρία. Κάνουν τον άνθρωπο ανίκανο να ζήσει τις πραγματικές ομορφιές της ζωής και να τις χαρεί. Και μη μου πείτε, θέλουμε τα χρήματα «για μια αρρώστεια»! Πόσους επώνυμους πλούσιους είδαμε που δεν χρειάστηκε να ξοδέψουν ούτε για μια ασπιρίνη! Όπως, μη μου πείτε ότι τα θέλουμε «για τα παιδιά μας». Τροχοπέδη του πνεύματος, της έμπνευσης, της δράσης, των ονείρων των πλουσιοπαίδων αποτελούν τα πολλά χρήματα που κληρονομούν από τους γονείς τους. Πίσω απ’ όλα αυτά δεν βλέπετε το χαμόγελο του Θεού; Δεν βλέπετε την δικαιοσύνη του και την αγάπη του; Καθόλου, λοιπόν, δεν κρύβεται. Υποφέρει με τις κακές επιλογές μας και τις λαθεμένες κρίσεις μας, μά παραμένει κοντά μας, κυρίως στην αδυναμία, στην αρρώστεια, στην φτώχεια και στο δάκρυ μας. Αυτό που εμείς ονομάζουμε βάσανο, ακόμα κι αν φταίμε γι αυτό, ο Θεός το μετασκευάζει σε σανίδα σωτηρίας μας. Να κλείσω με μιά παλιά εβραϊκή παροιμία που μου αρέσει και τη λέω συχνά: «ο Θεός γράφει ίσια με στραβές γραμμές».
-Η επιστήμη πού συναντά το Θεό; Ανακαλύψατε σε κάποια από τα ευρήματα των επιστημόνων τα «ίχνη» του Θεού;
-Οι επιστήμες γενικά, δεν μπορούν να αποφαίνονται γιά το αν υπάρχει Θεός ή όχι, επειδή κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό να προέλθει από τις παρατηρήσεις και τα πειράματά τους. Όσοι επιστήμονες επικαλούμενοι αναρμοδίως την επιστήμη τους, αρνούνται την ύπαρξή του, είναι άνθρωποι που δεν τον έψαξαν σοβαρά ή δεν τον βρήκαν ακόμα μέσα τους. Μου θυμίζουν το λαθεμένο στοχασμό του Ελύτη: «Θεέ μου πόσο μπλέ ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε». Η δυτική διανόηση τον εψαχνε επί αιώνες πίσω από τη νομοτέλεια της φύσης. Η ανατολική θεολογία, μας τον δείχνει μέσα μας. Το καταπληκτικό είναι ότι ολες οι εποχές τον αναζητούν. Ακόμη κι αυτές που τον αρνούνται, βεβαιώνουν έτσι την ύπαρξή του. Τελικά, δεν θα τον ψάχναμε αν δεν τον είχαμε κιόλας ανακαλύψει. Απλώς, δεν τολμούμε να τον πάρουμε στα σοβαρά. Κι αν ο δυτικός άνθρωπος έχει κάποια ιστορική δικαιολογία να τον φοβάται, εμείς δεν έχουμε. Πάντως ο Θεός δεν ανακαλύπτεται από κανένα. Αποκαλύπτεται όταν θέλει, όπως θέλει και σε όσους θέλει. Γι’ αυτό μας χρειάζεται νους που θα γυμνάζεται στο να τον αναζητά και πνεύμα που θα επιμένει να τον ερευνήσει σε βάθος.
Το να κλείνουμε τα μάτια και να τον προσπερνάμε δεν είναι καν έξυπνο, ούτε βεβαίως επιστημονικό. Καταλαβαίνετε πόσο ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια, όταν ο τάδε ή ο τάδε επιστήμονας απορρίπτει την ύπαρξη του Θεού, όταν όλοι οι αιώνες στριφογυρίζουν γύρω του. Και όταν μιλάμε για «Θεό», αυτό είναι μάθημα για «αρχαρίους». Στούς ναούς της Ορθοδοξίας η έννοια του Θεού είναι λίγο χονδροειδής. Γι’ αυτό προτιμάμε το Θεανθρώπινο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, που μας είναι πιό γνώριμο και οικείο. Και το συναντάμε καθημερινά στη ζωή μας, μέσω της Θείας Ευχαριστίας και των άλλων Μυστηρίων μας.
-Πολλοί ισχυρίζονται ότι όπου δεν υπάρχει ελευθερία, υπάρχει πίστη. Εσείς νιώθετε ελεύθερος μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας;
-Η Χριστιανική πίστη δεν είναι εύκολη υπόθεση, απαιτεί προϋποθέσεις και ζητεί θυσίες. Γι’αυτό δεν επιβάλλεται. Αξίζει όταν είναι προϊόν ελεύθερης επιλογής. Το Ευαγγέλιο προτείνει την απαλλαγή του ανθρώπου από κάθε σκλαβιά, εσωτερική ή εξωτερική. Γι’ αυτό πολεμήθηκε από ολοκληρωτικά πολιτικά καθεστώτα ή και εκκλησιαστικές ηγεσίες, στο παρελθόν. Γι’ αυτό και μας προτάσσεται το ανελεύθερο ευφυολόγημα «διακριτοί ρόλοι» σήμερα. Επειδή η Χριστιανική Πίστη δεν αποδέχεται την εκμετάλλευση, την βία, την αδικία, τον κομματισμό και ο,τιδήποτε μειώνει την ελεύθερη προσωπικότητα του ανθρώπου, που αποτελεί πρωταρχικό μέλημά της.
Η παρεξήγηση οφείλεται στο γεγονός οτι υπάρχουν στην Πίστη μας πράγματα που ξεπερνούν τις δυνατότητες του νου αλλά ελέγχονται με την εμπειρία. Αυτή η διαδικασία στη μεν Δύση καλλιεργήθηκε ως «θυσία του λογικού» και συνοψίστηκε στο «πίστευε και μη ερεύνα», στη δε Ορθόδοξη Ανατολή ερμηνεύτηκε με την Πατερική άποψη: «πολλά απεσιώπησεν η Γραφή, τον ημέτερον νούν γυμνάζουσα, εξ ολίγων αφορμή παρεχομένη επιλογίζεσθε τα υπόλοιπα». Θεωρητικά, η Εκκλησία έχει το δικαίωμα να επαναφέρει στο σώμα της για συζήτηση ακόμα και το Δόγμα της Αγ. Τριάδος, αν προκύψουν «καινούργια στοιχεία» που θα μπορούσαν να αποδείξουν μιά άλλη άποψη! Θέλω να πω ότι ακόμα και τα σημαντικότερα δόγματα της Χριστιανικής μας Πίστεως δεν μας στερούν την ελευθερία της εξ υπαρχής έρευνάς τους, αν το σώμα των πιστών το ζητήσει.
Αυτήν την ελευθερία του πνεύματος που βιώνουμε στην Εκκλησία, εσεις μπορείτε να την αντιληφθείτε κυρίως στη διοικητική λειτουργία των οργάνων της.
Μπορείτε να μου βρείτε στην Πατρίδα μας σώμα βουλευόμενο, όπως για παράδειγμα η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας, όπου η έννοια της όποιας «πειθαρχίας» είναι αδιανόητο να απαιτηθεί από τον Πρόεδρό του προς τα μέλη του;





Login
Υπενθύμιση κωδικού