«Γιατί σε μένα, Θεέ μου; Ο πόνος στη ζωή μας»
ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ (11-10-2009)
Σήμερα, αγαπητοί μου, θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε ένα πολύ δύσκολο ερώτημα. Ένα ερώτημα τόσο απαιτητικό που όμως από τη φύση του δεν αντέχει στο λόγο, δεν εκφράζεται με το στόμα, δεν μπαίνει σε λέξεις, δεν δημοσιοποιείται σε ακροατήριο, πολύ δε περισσότερο, δεν προσδιορίζεται ως απάντηση κάποιου που δήθεν γνωρίζει στο ερώτημα κάποιων άλλων που σίγουρα πονούν. Ίσως είναι το κατ’ εξοχήν θέμα για το όποιο δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνουν ομιλίες. Είναι πολύ βαθύ για να έλθει στην επιφάνεια της συνειδητοποίησης. Είναι πολύ επώδυνο για να χωρέσει στον ορίζοντα των αντοχών μας. Είναι πολύ προσωπικό για να εντοπισθεί στο στερέωμα του δημόσιου λόγου. 'Ίσως αυτό το ερώτημα να πονάει πιο πολύ και από την αίτια πού το δημιουργεί. Διότι όλοι ξέρουμε πώς δεν έχει εύκολη απάντηση. Και όμως είναι τόσο επίμονο και αληθινό.
Γιατί σε μένα, Θεέ μου; Ηχεί στα αυτιά μου αυτό το ερώτημα και αντηχεί βαθιά στην καρδιά μου. Είναι το ερώτημα κάθε γονιού που το παιδί του πάσχει ή κάθε ανθρώπου που έχει χτυπηθεί από ανίατη ασθένεια. Πως είναι δυνατόν αυτό το ερώτημα να μεταμορφωθεί σε ομιλία, συμβουλή, γνώμη ή απάντηση;
Το ερώτημα αυτό συνεχώς διατυπώνεται και απαντάται μόνο με δάκρυα, όχι με λέξεις˙ με αισθήματα, όχι με σκέψεις˙ με σιωπή, όχι με απόψεις˙ με συμπόνια, όχι με απαντήσεις.
Τελικά τα πονεμένα μάτια μπορούν να ξεδιψάσουν μόνο με το δάκρυ.
Γιατί σε μένα;Τι κακό έκανα; Που να ψάξω να βρω μέσα μου την άγνωστη σε μένα αιτία; Και αν φταίω εγώ, δεν μπορώ κάτι να κάνω για να αναστρέψω τα πράγματα; Και ποιος ο λόγος εξαιτίας μου να υποφέρω κι άλλο; Αυτό μου φαίνεται πιο αδύνατο να το αντέξω. Κινδυνεύω να χάσω και τη λίγη και ασθενική πίστη μου. Τελικά ποιο το όφελος αυτής της ιστορίας;
Γιατί σε μένα, Θεέ μου;Δεν είμαι παιδί Σου; Δεν είσαι Θεός αγάπης; Τι σχέση μπορεί να έχει η αγάπη Σου με το μαρτύριο σου; Πώς να με προσελκύσουν τα μαστιγώματα σου; Πώς συνδυάζεται η καλοσύνη Σου με την ανερμήνευτη λογική του πόνου, με τη θλίψη , με το ενδεχόμενο του σκανδαλισμού;
Ξεφεύγουμε από αυτά και ζητούμε καταφύγιο στη λογική κάποιου θαύματος. Πού ξέρεις; Ο Χριστός ανέστησε την κόρη του Ιαείρου ή το γιο της χήρας της Ναΐν. Θεράπευσε την κόρη της Χαναναίας και το δούλο του εκατοντάρχου. Ο Θεός αγαπά ιδιαίτερα τα παιδάκια και στην αθωότητα τους διαρκώς μας προτρέπει να μαθητεύουμε. Η αγάπη Του είναι ανεξάντλητη. Τι Θεός είναι; Ένα θαύμα δεν μπορεί να κάνει;
Η προσπάθεια όμως να παρηγορηθούμε επιτείνει τη δοκιμασία μας. Τα θαύματα είναι θαύματα διότι δεν είναι και τόσο συχνά. Κι αν πάλι κάνει το θαύμα σε μας, αυτό δεν είναι αδικία; Γιατί μερικοί να ζουν την ευεργετική παρουσία Του και άλλοι να την στερούνται; Γιατί κάποιοι να Τον δοξάζουν και οι υπόλοιποι, οι πολλοί, να ταπεινώνονται απίστευτα και να Τον εκλιπαρούνε ; Και αν πάλι μπορεί να κάνει το θαύμα, γιατί δεν θεραπεύει όλους ή, πολύ περισσότερο, γιατί δεν καταργεί τις ασθένειες, να ζήσουμε τα λίγα χρονάκια μας ήσυχα και με χαρά; Μήπως τελικά υπάρχει Θεός για να βασανιζόμαστε ή δεν υπάρχει και απλά βασανιζόμαστε;
Κάποιοι μας πλησιάζουν και μας λένε ότι μας αγαπάει ο Θεός και γι' αυτό επιτρέπει τη δοκιμασία. Αυτούς που μας παρηγορούν, και απαντούν στον πόνο μας με συμβουλές και λόγια, γιατί δεν τους αγαπάει και αγαπάει μόνο εμάς;
Κι αν υποθέσουμε ότι ο Θεός αποφασίζει να μην αρρωσταίνουν τα παιδάκια, πως ανέχεται και πως συμβαδίζει με την αγάπη και τη θεότητα Του να βασανίζονται οι μεγαλύτεροι;
Αλλά και η ζωή γιατί να είναι τόσο τραγική; Γιατί να φοβάσαι να αγαπήσεις; Να διστάζεις να δοθείς; Να το σκέφτεσαι να συνδεθείς; Όσο πιο δυνατή είναι η αγάπη, τόσο περισσότερο πονάει ο χωρισμός. Όσο πιο βαθιά είναι τα αισθήματα, τόσο πιο πολύ πληγώνει ό πόνος. Αλήθεια, γιατί;
Μοιάζει ώρες ώρες αυτά τα «γιατί» να φταίνε πού υποφέρουμε. Κάποιοι μας συμβουλεύουν να μη ρωτάμε˙ δεν επιτρέπονται τα «γιατί» στον Θεό. Ίσως αυτή η αμαρτία μας να είναι υπεύθυνη για την ταλαιπωρία του ανθρώπου μας.
Και όμως αυτά τα «γιατί», όταν διατυπώνονται ταπεινά και με ήσυχο πόνο, συνθέτουν όχι μόνο την εικόνα του πιο αληθινού εαυτού μας, αλλά και εκφράζουν την πιο αληθινή υπαρξιακή απορία αυτού του κόσμου.
Η «ευλογία» του πόνουΕυλογημένα «γιατί»! Τα καθαγίασε ο Ίδιος ο Χριστός στο σταυρό: «Θεέ μου, Θεέ μου, ινατί με εγκατέλιπες;» Θεέ μου, γιατί μου το έκανες αυτό; Τι σου έκανα; Δεν είμαι ό Υιός σου; Το ίδιο ακριβώς ερώτημα με το δικό μου˙ και έμεινε και αυτό αναπάντητο. Έμεινε αναπάντητο στα φαινόμενα. Τα γεγονότα όμως φανέρωσαν την απάντηση.
Το ανθρώπινο σώμα δεν είναι βέβαια απλώς ένα σύνολο από σάρκες και οστά, που το αποτελούν κατά το διάστημα της επίγειας υπάρξεώς του, και που χάνεται με το θάνατο και θα ξαναεμφανιστεί την ημέρα της αναστάσεως. Ούτε είναι το σώμα «δεσμωτήριον» της ψυχής και πηγή κάθε κακού, όπως αναφέρεται στην πλατωνική φιλοσοφία, σε διάφορες Ανατολικές ιδέες και στα δόγματα πολλών μυστηριακών θρησκειών. Και σύμφωνα με τις απόψεις αυτές θα έπρεπε να κατατυραννάται το σώμα, για να απελευθερωθεί η ψυχή από τα δεσμά του και να βαδίσει ελεύθερη προς τον ουρανό.
Το σώμα του ανθρώπου έχει αξία μεγάλη. Και αυτή ή αξία του υπογραμμίζεται σαφέστατα από τη χριστιανική ανθρωπολογία. Ο παντοδύναμος Θεός το δημιούργησε με ιδιαίτερη σοφία και στοργή. «Καταξιοί ιδία χειρί διαπλάσαι το ημέτερον σώμα», τονίζει ο Μέγας Βασίλειος, αλλά και όλοι οι μεγάλοι ερμηνευτές του δόγματος οι οποίοι υπογραμμίζουν το βαθύτατο νόημα της ιδιαίτερης και τιμητικής αυτής πράξεως του Δημιουργού».
Αλλά με ιδιαίτερο και ξεχωριστό τρόπο την αξία του ανθρωπίνου σώματος εκθειάζει και εξυψώνει στη θεολογία του ο απόστολος Παύλος. Το σώμα δεν εξασφαλίζει απλώς την ενότητα των μελών που το αποτελούν, γράφει στους Κορινθίους (Α’ Κορ. 12, 14-27), αλλά, εκφράζει την προσωπικότητα στις σημαντικότερες εκδηλώσεις της: φυσική και αμαρτωλή κατάσταση, αφιέρωση στο Χριστό, ένδοξη ζωή. Η αξία αυτή του σώματος προέρχεται περισσότερο από το γεγονός, ότι ο ίδιος ο Κύριος προσέλαβε την ανθρώπινη σάρκα (Ιωάν. 1, 14) από την παρθενική σάρκα της Θεοτόκου, την εξαγόρασε, την ενσωμάτωσε στον εαυτό του και τη θέωσε. «Η γαρ του Χριστού σαρξ της Μαρίας εστί σαρξ», λέει ο ιερός Αυγουστίνος. Αυτό καθαυτό το σώμα αξίζει μόνο σεβασμό για εκείνο το οποίο εκφράζει. Και είναι το σώμα, γράφει ο απόστολος Παύλος στους Κορινθίους «ναός του Αγίου Πνεύματος» (Α’ 6, 19). Είναι «μέλος Χριστού» (Α’ Κορ. 6, 15). Είναι «ναός θεού ζώντος» (Β’ Κορ. 6, 16). Διά τούτο και «η ζωή του Ιησού πρέπει να φανερωθεί εν τω σώματι ημών» (Β’ Κορ. 4,10). Και να δοξάσωμεν «τον Θεόν εν τω σώματι ημών και εν τω πνεύματα ημών, άτινα εστί του Θεού» (Α’ Κορ. 6, 20). Και είναι ακόμη το ανθρώπινο σώμα ικανό για τον άγιο και ιερό σκοπό της τεκνογονίας (Ρωμ. 1, 24 & 4, 19-Α’ Κορ. 7, 4).
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναφέρει, ότι ο Κύριος σαρκώθηκε «ίνα τιμήση την σάρκα και αυτήν την θνητήν». Και αφού ο Χριστός ενσωματώθηκε στην ανθρώπινη σάρκα μας, καταλαβαίνουμε πόσο μεγαλείο και τιμή έχει αποτυπωθεί σ’ αυτή την υλική κατοικία. Γι’ αυτό και ο Κύριος είναι ιατρός όχι μόνο των ψυχών αλλά και των σωμάτων (Ματθ. 4, 23).
Παρόλο ότι η αξία του ανθρώπινου σώματος είναι μεγάλη, ωστόσο δέχεται και υφίσταται, όπως προαναφέρθηκε, τις συνέπειες του ηθικού κακού, της αμαρτίας. Έτσι το σώμα του ανθρώπου υπόκειται στις ανάγκες της πείνας, της δίψας και της κόπωσης. Αλλά πέρα απ’ αυτά, η σάρκα, στην οποία κατοικεί μετά την πτώση η αμαρτία (Ρωμ. 7, 20) υποδούλωσε το σώμα. Και έτσι στο εξής υπάρχει «σώμα αμαρτίας» (Ρωμ. 6, 6), όπως ακριβώς υπάρχει και «σαρξ αμαρτίας» (Ρωμ. 8, 3). Όταν η αμαρτία κυριαρχήσει στο σώμα (Ρωμ. 6, 16), τότε το σώμα γίνεται και καταντάει ταπεινωμένο (Φιλιπ. 3,21) και ατιμασμένο (Α’ Κορ. 15, 43), οδηγείται ακόμη και στο θάνατο (Ρωμ. 7, 24).
Σύμφωνα με την άποψη αυτή, το σώμα δεν εκφράζει πια μόνο το ανθρώπινο πρόσωπο, όπως βγήκε από τα χέρια του Δημιουργού, αλλά φανερώνει ένα πρόσωπο υποδουλωμένο στη σάρκα, την αμαρτία. Και η «σαρξ επιθυμεί κατά του πνεύματος, το πνεύμα δε κατά της σαρκός». Αφού λοιπόν το ανθρώπινο σώμα υποδουλώθηκε στην αμαρτία της παρακοής, αυτή εκδηλώνεται σ’ αυτό με ποικίλες ασθένειες και πόνους.
Έτσι οι ασθένειες αυτές συντέλεσαν στη στέρηση βασικών αγαθών της ζωής, όπως της ομιλίας (Μαρκ. 7, 37), της ακοής (Ματθ. 12, 22 - Μαρκ. 7, 32 & 37 - Λουκ. 1, 22), της κινήσεως (Ματθ. 11, 5 & 15, 30 - Μάρκ. 9, 45 - Λουκ. 14, 13 - Ιωάν. 5, 3) και του φωτός (Ματθ. 9, 27 - Μάρκ. 8, 22 - Λουκ. 4, 18 - Ιωάν. 5, 3 & 9, 1). Αλλά οι ασθένειες αυτές δημιούργησαν και ανίατες παθήσεις, όπως στην περίπτωση της λέπρας (Ματθ. 8, 2 - Μάρκ. 1, 40 - Λουκ. 17, 12), αλλά και στην περίπτωση των παραλυτικών (Ματθ. 4, 24 - Μάρκ. 2, 3 - Λουκ. 5, 18 - Πράξ. 8, 7 & 9, 33).
Ο Κύριος σε πολλές περιπτώσεις διαβεβαιώνει ότι οι ασθένειες οφείλονται στην απιστία των ανθρώπων, και εκπλήσσεται μάλιστα για την απιστία πολλών ασθενών: «και ουκ ηδύνατο εκεί ουδεμίαν δύναμιν ποιήσαι, ει μη ολίγοις αρρώστοις επιθείς τας χείρας εθεράπευσε και εθαύμαζε διά την απιστίαν αυτών» (Μάρκ. 6, 5-6). Αντίθετα σε πολλές θεραπείες και θαύματα του Κυρίου τονίζεται ότι η πίστη των ασθενών έγινε η αιτία της θεραπείας και της σωτηρίας τους. Είναι δε γνωστή η φράση εκείνη τού Κυρίου την οποίαν απηύθυνε σε πολλούς ασθενείς «η πίστις σου σέσωκέ σε» (Μάρκ. 10, 52 - Λουκ. 8, 48 & 18, 42).
Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις ασθενειών, που δεν οφείλονται στην αμαρτία του ανθρώπου, αλλά διά μέσου αυτών φανερώνονται τα έργα και η δόξα του Θεού. «Απεκρίθη Ιησούς˙ ούτε ούτος ήμαρτεν, ούτε οι γονείς αυτού, αλλ’ ίνα φανερωθή τα έργα του Θεού εν αυτώ» (Ιωάν. 9, 3). Ίσως σ’ αυτή την περίπτωση θα μπορούσαμε να αναφέρουμε και το δίκαιο και πολύαθλο Ιώβ. Ο Ιώβ υπήρξε ήρωας μιας πραγματικής υποθέσεως και όχι θρυλική μορφή, υπήρξε ιστορικό πρόσωπο μέσα στους αιώνες. Τιμάται δε από την Εκκλησιά μας και ως άγιος (την 6η Μαΐου). Και τιμάται ως άγιος ο Ιώβ, όχι μόνο για τα πολλά και διάφορα παθήματά του και τις φοβερές δοκιμασίες του, αλλά και για την εγκατάλειψη και τη μοναξιά του. Διότι το μεγάλο μαρτύριο της βιβλικής αυτής μορφής ήταν η περιφρόνηση των ιδικών του και των φίλων του, την οποίαν υπέμεινε με παραδειγματική καρτερία. Η δε ασθένειά του όπως αναφέρεται (Ιώβ 2, 7) προσδιορίζεται με τις λέξεις «έλκος πονηρόν». Και σύμφωνα με τους περισσοτέρους σχολιαστές έπρεπε να ήταν η λέπρα και μάλιστα από τελευταίο της εξελικτικό στάδιο, στη φυματική μορφή.
Σ’ όλες όμως τις μορφές και εκδηλώσεις και σ’ όλες τις εποχές μέσα στους αιώνες ο σωματικός πόνος βασανίζει και ταλαιπωρεί τα σώματα και τις ψυχές των αρρώστων. Και ταλαιπωρεί και τις ψυχές διότι ο σωματικός πόνος επηρεάζει και τα ψυχικά συναισθήματα, όπως και ο ψυχικός πόνος επηρεάζει το σώμα και επιδρά σ’ αυτό. Και βέβαια αυτό γίνεται, επειδή ο άνθρωπος είναι δημιούργημα ψυχοσωματικό, υλικό και πνευματικό. Και τίποτε δεν κάνει μόνο με το σώμα του χωρίς την επίδραση του πνεύματος: «Ο νους εκτός του σώματος αγαθά και κακά επιτελεί πολλά˙ το δε σώμα εκτός του νοός ουδέν τούτων εκτελέσαι δύναται. Διότι ο νόμος της ελευθερίας, προ της πράξεως αναγιγνώσκεται».
Αυτό εκφράζει χαρακτηριστικά και διευκρινίζει πολύ καθαρά ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Εμείς, γράφει, για τα σωματικά φρονήματα και τις πράξεις δεν ενοχοποιούμε το σώμα, αλλά το νου. Διότι στο σώμα δεν υπάρχει τίποτε κακό, επειδή το σώμα από μόνο του δεν πράττει τίποτε αφού δεν είναι το ίδιο πονηρό.
Το ηθικό κακό λοιπόν, η αμαρτία, σ’ όλες της τις μορφές συσσωρεύει πάντοτε πλήθος ασθενειών στο σώμα και σε μερικά χρονικά διαστήματα με συγκεκριμένες αιτίες και αφορμές ακόμη περισσότερες και επώδυνες. Αυτό βέβαια εξαρτάται ανάλογα με τη συμπεριφορά, τη στάση και το σεβασμό τού ανθρώπου απέναντι στο Θεό, τον εαυτό του, το συνάνθρωπό του και τη φύση. Αυτό μαρτυρείται μέσα στην πορεία των αιώνων, αλλά γιατί όχι και στη σύγχρονη εποχή. Μιά σοβαρή ματιά και εξέταση μας πείθει.
Στην εποχή μας λοιπόν η τεχνολογική ανάπτυξη μαζί με την εξυπηρέτηση και την άνεση προσφέρει δυστυχώς στον άνθρωπο και πολλές ασθένειες και αναπηρίες. Αυτό είναι καθημερινό, παγκόσμιο φαινόμενο. Έτσι ο σωματικός πόνος αυξάνει, και όλο και περισσότεροι άνθρωποι πάσχουν και υποφέρουν από την οδύνη του. Στο όνομα της προόδου και περισσότερο από ασέβεια εμόλυνε ο άνθρωπος το περιβάλλον, τη φύση και τον αέρα, τον πλανήτη μας ολόκληρο. Και άφησε και αφήνει συνέχεια πίσω του πάνω στην άκακη γη τα σαπρά και βρώμικα ίχνη του. Σ’ αυτή τη γη που «συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν» (Ρωμ. 8, 22), από τότε που διέπραξε ο άνθρωπος το πρώτο αμάρτημα. (Γεν. 3, 14-19). Από τότε «η γη κατάραν εδέξατο και ακάνθας ήνεγκε και τριβόλους. Συ δε δια σε αυτόν πάσχεις, η κτίσις δια σε», αναφέρει ο ιερός Xρυσόστoμoς. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να προσβάλλεται ο ίδιος ο άνθρωπος και να μολύνεται σταθερά από εκείνο που πρώτος εμόλυνε. Και το λυπηρό είναι ότι ακατάπαυστα εξακολουθεί, χωρίς συναίσθηση, να μολύνει με την αμαρτία του την αναμάρτητη φύση.
Θα μπορούσαμε να πούμε, ότι με τη σειρά της πλέον η αναμάρτητη φύση εκδικείται, χωρίς να θέλει τον άνθρωπο για την ασέβειά του και το θράσος του, για την απληστία του και την σκληροκαρδία του. Ο άνθρωπος δυστυχώς τυφλωμένος από το κέρδος και το συμφέρον, από την άνεση και την καλοζωία, από το μίσος και την εμπάθεια, από την έλλειψη τρυφερότητας και ευαισθησίας, δεν μπόρεσε και δεν μπορεί να καταλάβει ότι η γη είναι η ουσία της σάρκας του (Γεν. 2, 7). Και αφού τραυματίζει και πληγώνει την ουσία της σάρκας του, δεν μπορεί παρά να αρρωστήσει και η ίδια του η σάρκα. Αυτή τη σάρκα που προσέλαβε, που πηρέ ο Λόγος του Θεού για να τη σώσει, να τη λυτρώσει και να τη θεωρεί: «και ο Λόγος σαρξ εγένετο» (Ιωάν. 1, 14). Στον παροξυσμό όμως της ανταρσίας του ο άνθρωπος τυφλωμένος βεβηλώνει τη γη, την μολύνει και την ποτίζει καθημερινά ακόμη και με το αίμα των συνανθρώπων του. Αυτό μαρτυρούν οι καθημερινοί αδιάκοποι πόλεμοι, αιώνες τώρα, οι φόνοι, τα εγκλήματα. Αυτά που αφήνουν στο μακάβριο πέρασμά τους, εκτός από εκατομμύρια νεκρούς, και πλήθος ακρωτηριασμένους, ανάπηρους και βασανισμένους, που σέρνονται κυριολεκτικά και σφαδάζουν κάτω από το μαρτύριο του σωματικού τους πόνου.
Αλλά και η ελευθερία των ηθών, η ανεξέλεγκτη και μακριά από το Θεό ελεύθερη ζωή, η σαρκική ζωή, η αφθονία των υλικών αγαθών, η απληστία, η σαρκολατρία, η παρά φύση ζωή, η περιφρόνηση της εγκράτειας και της αρετής, ή απομάκρυνση από το Θεό, όλα συμβάλλουν στην εκδήλωση φοβερών ασθενειών που μαστίζουν κυριολεκτικά την κοινωνία και τον άνθρωπο ανελέητα με φοβερούς σωματικούς πόνους. Όλα αυτά δεν εκφράζουν τίποτε άλλο παρά τη σχιζοφρένεια τού εγωισμού τού ανθρώπου.
Όλα όμως, όσα αναφέραμε πιο πάνω πού προκαλούν σωματικό πόνο και οδύνη, ανάγονται στο ένα, στο ηθικό κακό, την αμαρτία.
Είναι βέβαια αλήθεια πως η αρρώστια και ο πόνος τού σώματος δεν εξαιρεί αυτούς που ζουν και πορεύονται με μέτρο και εγκράτεια, με νηστεία και προσευχή, με επίγνωση και σύνεση. Δεν εξαιρεί τα αθώα και άκακα πλάσματα, τα παιδιά.
Είναι βέβαια γεγονός, ότι η Ιατρική επιστήμη από αρχαιότατων χρόνων ασχολήθηκε και ασχολείται, ερεύνησε και ερευνά επιμελώς σ’ όλους τους αιώνες και σ’ όλες τις εποχές και προσπαθεί, να επουλώσει το τραύμα, να απαλύνει τον πόνο, να τον εξουθενώσει. Αν μάλιστα της ήταν δυνατόν και να τον εξαφανίσει. Για το σκοπό αυτό μεγάλοι επιστήμονες Ιατροί, στην πορεία του χρόνου έχουν κυριολεκτικά αναλώσει, αλλά και αναλίσκουν καθημερινά τη ζωή τους. Θέτουν τον εαυτό τους στην υπηρεσία του πονεμένου και βασανισμένου ανθρώπου, για να τον ανακουφίσουν. Και όλοι ομολογούμε, ότι η ιατρική επιστήμη σήμερα έχει κάνει άλματα, έχει σημειώσει πρόοδο θαυμαστή. Και σημειώνει καθημερινά με τα πάμπολλα ιατρικά μέσα που διαθέτει. Με χειρουργικές επεμβάσεις, με τεχνητά όργανα, με μεταμοσχεύσεις, με ακτινοβολίες, με λέιζερ, με φαρμακευτική αγωγή, με τα κέντρα πόνου και τόσα άλλα. Και όμως παρ’ όλα αυτά πονάμε, πονάμε, πονάμε, άλλος περισσότερο και άλλος λιγότερο.
Πονάμε τη νύχτα και την ημέρα. Πονάμε στην εργασία μας και στην ξεκούρασή μας. Ο πόνος είναι έκδηλος στο πρόσωπό μας, στην αυλακωμένη μορφή μας και στην έκφρασή μας. Μας σφραγίζει βαθιά, μας οργώνει, μας σμιλεύει. Μας στερεί το κουράγιο, μας περιορίζει στο σπίτι, στο νοσοκομείο, στο κρεβάτι. Μας κλέβει τον ύπνο, μας χαλάει τη διάθεση. Άπειρες φορές είναι τόσο ανελέητος, πού μας θολώνει τη σκέψη και το νου. Μας προκαλεί μελαγχολία, θλίψη, αβεβαιότητα, φοβία, αμφιβολία, ερωτηματικά για το μέλλον. Μας οδηγεί, όχι σπάνιες φορές στην απραξία. Μας εμποδίζει να πραγματοποιήσουμε το έργο μας, τα όνειρά μας, τα προγράμματά μας, τις επιδιώξεις μας. Όταν μάλιστα είναι συνεχής, πολλές φορές διά βίου, καταντά ένα αδιάκοπο αληθινό καθημερινό μαρτύριο. Γίνεται ο αχώριστος σύντροφός μας. Ταυτιζόμαστε μαζί του. Τον κουβαλάμε άλλοτε αδιαμαρτύρητα και άλλοτε με καυτά δάκρυα. Προσπαθούμε να συμπαθήσουμε τα πονεμένα και δοκιμασμένα μέλη μας. Τον κουβαλάμε πότε με χαμόγελο και ελπίδα, πότε με απαισιοδοξία και ψυχική κόπωση. Τον σηκώνουμε περιμένοντας κάποια κατανόηση από τους γύρω μας, από το γιατρό, από τους οικείους μας, από τους φίλους και τους γνωστούς μας. Συχνά θέλουμε να τους μιλήσουμε, να εξωτερικεύσουμε και να ανασύρουμε αυτό το βάρος και το φορτίο τού σωματικού μας πόνου. Αλλά ό,τι και να πούμε όλα είναι ψελλίσματα δειλά, εμπρός σ’ αυτό πού ζούμε, πού νιώθουμε και αισθανόμαστε.
Κάπως έτσι, ή μάλλον και χειρότερα θα ένιωθε ο πονεμένος Πατέρας της Εκκλησίας, ο Μέγας Βασίλειος, όταν έγραφε στον επίσκοπο Σαμοσάτων Ευσέβιο: «Εμένα με έχει εγκαταλείψει σχεδόν τελείως το σώμα μου, ώστε δεν μπορώ να κάνω και τις παραμικρές κινήσεις, χωρίς πόνο και θλίψη. Αλλά εύχομαι να μπορέσω να εκπληρώσω τώρα λοιπόν την παλαιά μου επιθυμία με τη βοήθεια των προσευχών σου. Παρόλο ότι αυτή η αποδημία σχεδόν του σώματός μου, μου έχει προκαλέσει μεγάλη δυσκολία».
Αν υπάρχει κατανόηση από το περιβάλλον μας ανακουφιζόμαστε κάπως ψυχικά και προσπαθούμε, να αντιμετωπίσουμε τούς πόνους μας. Αν όμως δεν υπάρχει κατανόηση, τότε μαζεύουμε τα ψαλιδισμένα από τον πόνο φτερά μας και αγωνιζόμαστε να αντλήσουμε δύναμη από τα αποθέματα του εσωτερικού μας κόσμου, από την πίστη μας στο Θεό, για να ζήσουμε, να επιβιώσουμε. Προσπαθούμε να αντλήσουμε δύναμη μέσα από το δυνατό και ανελέητο αγώνα τής ζωής, μέσα από τον ίδιο μας τον πόνο. Και εδώ είναι εύλογο να αναφέρει κανείς αυτό πού σημειώνει ο Μπερντιάγιεφ: «Ο άνθρωπος ανέρχεται και αποκτά δύναμη μόνο με τον πόνο, που είναι η απόδειξη του βάθους». Και πρέπει να ομολογήσουμε, ότι είναι δύσκολο να καταλάβουν οι άνθρωποι γύρω μας, όση καλοσύνη και αν διαθέτουν, τον αγώνα μας, το δράμα μας, την προσπάθειά μας, την υπομονή μας. Όχι πως δε θέλουν, αλλά δεν μπορούν. Διότι η σμίλη του πόνου όταν σμιλεύει αδιάκοπα, δίνει άλλη σκέψη, άλλη όψη, άλλο σχήμα, άλλη μορφή και εσωτερικότητα στην ψυχή και στο πρόσωπο. Τα πρόσωπά μας είναι «διατετραμμένα και ασθενή» (Ο’, Δανιήλ 1, 10) από τον πόνο και την οδύνη. Προφανώς σε μία τέτοια οδύνη σωματικού πόνου ευρισκόμενος και ο ψαλμωδός, παρακαλεί το Θεό, να τον βοηθήσει, να τον θεραπεύσει, γιατί ταράχτηκαν τα οστά του και η ψυχή του από τον πόνο: «Ελέησόν με, Κύριε, ότι ασθενής ειμί ίασαί με, Κύριε, ότι εταράχθη τα οστά μου, και η ψυχή μου εταράχθη σφόδρα» (6, 2). Ναι, αυτό απoτελεί τη μόνη αλήθεια, ότι δηλαδή μόνο το έλεος του Κυρίου μπορεί να βοηθήσει σ’ αυτές τις ώρες τις πικρές που μας σμιλεύει ο πόνος.
Χαρακτηριστικά γράφει πάλι ο Μέγας Βασίλειος: «Πολύ έχω καταβληθεί από τον πυρετό, λέει λοιπόν ο άγιος Πατέρας, ο οποίος λόγω της εξασθένησης του σώματός μου, μου προξένησε μαρασμόν και χρόνια αρρώστια. Τα δε άλλα είναι η παλαιά πληγή μου, αυτό το συκώτι μου, που δεν μου επιτρέπει να φάω σχεδόν τίποτε, και έχει αποδιώξει από τα μάτια μου τον ύπνον, και με έχει οδηγήσει στα όρια μεταξύ της ζωής και του θανάτου».
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σε μία από τις πολλές επιστολές του πού έστειλε στη διακόνισσα Ολυμπιάδα από τον τόπο της εξορίας του, της γράφει χαρακτηριστικά, για τον πόνο και την αρρώστια του:
«Αφού πέρασα από τις πόρτες του θανάτου σχεδόν, γράφει ο πονεμένος Πατέρας, αποστέλλω τώρα στην κοσμιότητά σου αυτή την επιστολή. (Για να σου κάνω γνωστό) ότι ο χειμώνας ήταν σφοδρότερος από τον συνηθισμένο, και έτσι και το χειμώνα του στομάχου μου τον έκαμε οδυνηρότερο. Και καθόλου δεν διέφερα σχεδόν από τους νεκρούς, αυτούς τους δύο μήνες, αλλά και χειρότερα ακόμα. Και όλα για μένα ήταν σαν μιά συνεχής νύχτα. Και η ημέρα, και το πρωί, και το μεσημέρι, και διημέρευα συνέχεια προσηλωμένος στο κρεβάτι μου. Και μύρια πράγματα μηχανευόμουνα, αλλά παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούσα να αποτινάξω και να απαλλαγώ απ’ αυτό το υπερβολικό κρύο».
Αλλά ο στοργικός αυτός Πατέρας πονά και για το σωματικό πόνο των άλλων. Γράφει λοιπόν πολύ στοργικά στην Ολυμπιάδα, που ήταν άρρωστη, ενώ εκείνος βρισκόταν στην εξορία:
«Και συ λοιπόν (πρόσεχε), της γράφει, και αν μένεις μέσα στο σπίτι, και αν είσαι προσηλωμένη στο κρεβάτι του πόνου, μη νομίζεις ότι περνάς μιά ζωή χωρίς περιεχόμενο. Αντίθετα υπομένεις ένα δήμιο συνεχή και έχεις ένα σύνοικο, δηλαδή την υπερβολή αυτής της αρρώστιας. Μήτε λοιπόν να επιθυμείς το θάνατο τώρα, μήτε να αμελείς τη θεραπεία σου. Γιατί αυτό δεν είναι ασφαλές. Γι’ αυτό και ο Απόστoλoς Παύλος με μεγάλη αγάπη προτρέπει τον Τιμόθεο να φροντίζει τον εαυτό του».
Αλλά και μιά άλλη μεγάλη πατρική καρδιά μας πληροφορεί για το φορτίο του σωματικού του πόνου και της αρρώστιας του. Είναι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Φορτωμένος με τη θλίψη και τον πόνο προχωρούσε στου βίου τη στενή κοιλάδα. Ήταν πολλές οι πηγές από τις όποιες διοχετευόταν στην καρδιά του ο πόνος, αλλά η πιο σκληρή του πείρα ήταν η αρρώστια. Ο Γρηγόριος φιλοξενούσε μιά ρωμαλέα καρδιά σ’ ένα ασθενικό και ταλαιπωρημένο σώμα. Η αρρώστια ήταν ο τυραννικός σύντροφός του. Του μαράζωνε το κορμί και ακινητοποιούσε ένα σημαντικό μέρος των δυνάμεών του. Όπως άλλωστε συμβαίνει με όλους, όταν τους καθηλώνει ο πόνος του σώματος. Η ακρωτηριασμένη υγεία του συχνά έπνιγε τα μεγάλα του όνειρα, και ακόμα συχνότερα δεν τον άφηνε να χαρεί την άνετη εκπλήρωση του καθήκοντος της στιγμής. Σε κάποια στιγμή μεγάλου σωματικού πόνου απευθύνεται προς το Χριστό με πονεμένα λόγια και του λέει: «Αλίμονο, κουράστηκα, Χριστέ μου, Συ που είσαι η πνοή των ανθρώπων! Αλίμονο, κουράστηκα απ’ τη μάχη και τη ζάλη, που μου δημιουργεί αυτό το πονεμένο σώμα μου, το ενωμένο με την ψυχή! Αλίμονο με κατέβαλε η μακρά πονεμένη ζωή μου και η παραμονή μου στη γη. Αλλά και τα εσωτερικά παλαίσματα και των πόνων τα βέλη. Ποιά βελανιδιά μπορεί να υποφέρει μιά τέτοια ορμή των ανέμων; Και ποιό καράβι χρειάστηκε τόσα πολλά κύματα για να ραγίση;».
Υποφέρω από την αρρώστια μου και πονώ, αλλά ωστόσο χαίρομαι. Και χαίρομαι, όχι γιατί υποφέρω, αλλά γιατί υπομένω με καρτερία και έτσι γίνομαι διδάσκαλος στους άλλους. Επειδή όμως δεν μπορώ να μην πάσχω, απ' αυτό τον πόνο ωφελούμαι, με το να υπομένω και να ευχαριστώ (το Θεό), όπως στα ευχάριστα της ζωής έτσι και στα δυσάρεστα (Γρηγόριος ο Θεολόγος).
Ο απόστολος Παύλος αναφέρει, ότι μέσα από μαρτύριο του σωματικού του πόνου παρακάλεσε τρεις φορές τον Κύριο να τον απαλλάξει. Κανείς βέβαια δε γνωρίζει πόσο υπέφερε. Είναι πολύ χαρακτηριστικά και εκφραστικά, όσα γράφει για το σωματικό του πόνο στους Κορινθίους: «εδόθη μοι σκόλωψ τη σαρκί, άγγελος σατάν, ίνα με κολαφίζη ίνα μη υπεραίρωμαι˙ υπέρ τούτου τρις τον Κύριον παρεκάλεσα ίνα απoστή απ’ εμού˙ και είρηκέ μοι˙ αρκεί σοι η χάρις μου˙ η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται» (Β’ 12, 7-9).
Βέβαια ο σωματικός πόνος που προκαλεί στον απόστολο Παύλο η βασανιστική του αρρώστια, παίρνει άλλες διαστάσεις. Εδώ βγαίνει ένα άλλο συμπέρασμα. Ότι δηλαδή η δύναμη τού Θεού αναδεικνύεται τέλεια, όταν ο άνθρωπος είναι ασθενής και με τη βοήθειά Του κατορθώνει μεγάλα και θαυμαστά. Αυτή είναι αλήθεια μεγάλη και ατράνταχτη. Για την ασθένειά του γράφει επίσης και στους Γαλάτες τους οποίους φαίνεται να επαινεί και να ευχαριστεί για την κατανόηση και την αγάπη τους στον καιρό της δοκιμασίας του.
«Γνωρίζετε λοιπόν, τούς λέει, ότι εξ αιτίας της αρρώστιας του σώματός μου αναγκάστηκα να μείνω μαζί σας και εκήρυξα σε σας το Ευαγγέλιο, όταν για πρώτη φορά σας επισκέφθηκα. Και σεις τότε αυτό τον πειρασμό (την αρρώστια) που είχα στο σώμα μου δεν εξουθενήσατε, ούτε με αηδιάσατε γι' αυτόν, αλλά με δεχθήκατε σαν άγγελο Θεού, όπως θα δεχόσασθαν τον Ιησού Χριστό».
Αλλά τί δε θα είχαν να μας πουν μέσα στην πορεία του χρόνου όλοι εκείνοι οι επώνυμοι και οι ανώνυμοι ήρωες του πόνου, που αυλακώθηκαν κυριολεκτικά από το άροτρό του και σμιλεύτηκαν από την ευλογημένη σμίλη του; Αυτοί, που χρόνια είναι καθηλωμένοι στην αναπηρική καρέκλα, που πλημμυρίζουν τα νοσοκομεία, τα άσυλα, τα φιλανθρωπικά ιδρύματα. Αν είχαμε τη δυνατότητα να τους γνωρίσουμε καρδιακά και να αφουγκραστούμε τους ενδόμυχους αναστεναγμούς τους, τους εσωτερικούς κραδασμούς που τους προκαλούν οι σωματικοί τους πόνοι, τότε θα θαυμάζαμε την αντοχή και το μεγαλείο της ψυχής τους.
Αλλά τί να πούμε και για το σωματικό πόνο των μαρτύρων και των αγίων; Όταν με τόση σκληρότητα και εκδικητικότητα βασανίζονταν από τους δήμιους και τα ολόαγνα σώματά τους πολλές φορές καίγονταν ακόμη και ζωντανά; Αυτά τα «εράσμια» σώματα, όπως τα αποκαλεί ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, τα οποία εχαριτώθησαν από τον πόνο και το πάθος του μαρτυρίου. Αυτά τα μαρτυρικά σώματα, τα οποία ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει, ότι «μετέλαβον δια του μαρτυρίου και του πόνου, πλείονος χάριτος». Και ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος σημειώνει ότι αυτά τα σώματα έχουν δεχθεί τη χάρη και τη θεϊκή λαμπρότητα διότι «ο άνθρωπος του οποίου η ψυχή έγινε πυρ, μεταδίδει και εις το σώμα του από την ιδικήν του λαμπρότητα, καθώς και το αισθητόν πυρ μεταδίδει εις τον σίδηρον από την ιδικήν του ενέργεια».
Εκεί όμως που πρέπει να σταθούμε περισσότερο με δέος και έκσταση, με προσευχή και ευχαριστία βαθιά, είναι εμπρός στον κατ’ εξοχήν μάρτυρα του Θεού, το Σωτήρα μας Χριστό. Στο πρότυπο των μαρτύρων, στον πάσχοντα Δούλο, για τον οποίο προφήτευσε ο προφήτης Ησαΐας ότι από τον πόνο και την οδύνη του σταυρού δεν είχε ούτε είδος ούτε κάλλος. Και δεν είχε ούτε είδος από τον πόνο αυτό το σώμα το αναμάρτητο, το υπέραγνο, το λεπτεπίλεπτο και ευαίσθητο.
Είναι γνωστό, ότι μέσα σ’ ολόκληρη σχεδόν την Κ. Διαθήκη, πιστοποιείται, ότι ο Χριστός μοιράστηκε μαζί μας την ίδια σωματική ζωή. Ο απόστολος Παύλος αναφέρει, ότι ο Χριστός κατά σάρκα κατάγεται από τους Πατριάρχες και από τη γενιά του Δαβίδ (Ρωμ. 1, 3 & 9, 5). Κατά σάρκα επίσης γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία (Γαλ. 4, 4). Αυτό βέβαια διεξοδικά αναφέρεται από τους ιερούς Ευαγγελιστές (Ματθ. 1, 18-25-Λουκ. 2, 1-20-Ιωάν. 1, 14).
Και ο Χριστός υπόκειται στην πείνα (Ματθ. 4, 2), την κόπωση (Ιωάν. 4, 6), τη δίψα (Ιωάν. 4, 7), τον ύπνο (Μάρκ. 4, 38), αλλά και στον πόνο.
Ο Ιησούς γνωρίζει το σωματικό πόνο στις πιο φοβερές, στις πιο σκανδαλώδεις μορφές του. Ο πόνος του σταυρού τον παραμόρφωσε σε τέτοιο σημείο, ώστε να μην προκαλεί πια ούτε καν τη συμπόνια, αλλά τη φρίκη και την περιφρόνηση (Ησ. 52, 14 εξ. 53, 3). Είναι ο «άνθρωπος εν πληγή». Ο πόνος του μεγαλώνει στο σταυρό, γιατί είναι αθώος και αναμάρτητος, και αυτό αποτελεί το αποκορύφωμά του. Αλλά αυτό το πονεμένο, σταυρωμένο, πληγωμένο σώμα του Χριστού και ο θάνατός του φέρνει το μυστήριο της σωτηρίας μας και της λύτρωσής μας. Γιατί πάνω στο σταυρό ο Κύριος «τας αμαρτίας ημών ανήνεγκεν εν τω σώματι αυτού» (Α’ Πέτρ. 2, 24). Και ο Θεός μας «αποκατήλλαξεν εν τω σώματι της σαρκός αυτού» (Κολ. 1, 22). Και ακόμη διά του πόνου του και της προσφοράς του σώματός του» (Εβρ. 10, 5), μας εξαγίασε μιά φορά για πάντα.
Το μυστήριο όμως αυτό ολοκληρώθηκε με την ανάστασή του. Και ο Χριστός μετά την ανάστασή του έχει πια το «σώμα της δόξης» (Φιλιπ. 3, 21), «σώμα πνευματικόν» (Α’ Κορ. 15, 44). Αρκούμεθα μόνο εδώ να αναφέρουμε, ότι αφού και τα δικά μας σώματα είναι ενσωματωμένα στο Χριστό, αφού είναι μέλη του και ναοί του Αγίου Πνεύματος (Α’ Κορ. 6,19), αφού μεταλαμβάνουν του σώματός του και του αγίου αίματός του στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, αφού ενδυναμώνονται και αγιάζονται περνώντας μέσα από το καμίνι του πόνου, θα κληθούν και αυτά να εισέλθουν σ’ αυτόν τον καινούριο κόσμο. Θα αναστηθούν μαζί με το Χριστό, ο οποίος θα «μετασχηματίσει το σώμα της ταπεινώσεως ημών εις το γενέσθαι αυτό σύμμορφον τω σώματι της δόξης αυτού» (Φιλιπ. 3, 20). Και έτσι θα ολοκληρωθεί ο ρόλος του σώματος του Χριστού στην απολύτρωσή μας.
Αφού λοιπόν μια τέτοια δόξα περιμένει τα ταλαιπωρημένα και πολλές φορές σακατεμένα από τον πόνο σώματά μας και τα μέλη μας, σε μας δεν απομένει παρά να «παραστήσωμεν τα σώματα ημών θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον τω Θεώ» (Ρωμ. 12, 1). Και ακόμη, τα δοκιμασμένα και σμιλευμένα από τον πόνο μέλη μας ας τα «παραστήσωμεν όπλα δικαιοσύνης τω Θεώ» (Ρωμ. 6, 12-13) για να είμαστε έτοιμοι και εξαγνισμένοι μπροστά του την ώρα της Κρίσεως. Αυτή είναι και η απάντηση στο σημερινό μας ερώτημα για τον πόνο στη ζωή μας. Είναι μία απάντηση που γεννιέται μέσα μας. Δεν υπάρχει κάπου. Δεν την ξέρει κανείς. Η δική μας απάντηση στην δική μας ερώτηση. Είναι το δώρο του Θεού η δια του πόνου μετοχή μας στον Παράδεισο.
Ο πόνος μας βγάζει από τα ανθρώπινα μέτραΤελικά αυτά τα «γιατί» δεν έχουν τις απαντήσεις που η φτώχεια και η αδυναμία μας περιμένει. Στη λογική αυτή συνήθως παραμένουν αναπάντητα. Γι' αυτό και ο Χριστός για το θάνατο δεν είπε παρά ελάχιστα. Απλά ο Ίδιος τον επέλεξε˙ και πόνεσε όσο κανένας άλλος. Και όταν αναστήθηκε, το στόμα Του έβγαλε περισσότερη πνοή και λιγότερα λόγια. Δεν είπε τίποτε για ζωή και θάνατο -μόνο προφήτευσε το μαρτύριο του Πέτρου. Ο πόνος δεν απαντιέται με επιχειρήματα. Ούτε η αδικία και ο θάνατος αντιμετωπίζονται με τη λογική. Τα προβλήματα αυτά λύνονται με το εμφύσημα και την πνοή πού μόνο ο Θεός δίνει. Λύνονται με το Άγιο Πνεύμα. Ξεπερνιούνται με την ταπεινή αποδοχή του θελήματος του Θεού, πού είναι τόσο αληθινό άλλα συνήθως και τόσο ακατανόητο.
Στο διάβα της, η δοκιμασία συνοδεύεται από το σφυροκόπημα των αναπάντητων ερωτημάτων. Κι εμείς, γαντζωμένοι στα «μήπως», στα «γιατί», στα «αν», συντηρούμε τις ελπίδες και αντέχουμε την επιβίωση σε αυτό τον κόσμο, προσδοκώντας κάτι σίγουρο ή κάτι σταθερό. Αυτό όμως συνήθως δεν εντοπίζεται στην προτεινόμενη από μας λύση, αλλά επικεντρώνεται στην απροσδόκητη, υπέρλογη θεϊκή παρηγοριά. Κάθε προσπάθεια αντικατάστασης της με ανθρώπινα υποκατάστατα αδικεί εμάς τους ίδιους. Κάθε περιορισμός στην ασφυκτική θηλιά των ορθολογιστικών απαντήσεων μας παγιδεύει βαθύτερα στο δράμα μας. Στο διάλογο με τον πόνο, την αδικία και το θάνατο είμαστε υποχρεωμένοι να βγούμε από τα ανθρώπινα μέτρα. Αυτή είναι όχι μόνο η έξοδος από τη δοκιμασία αλλά και η ευεργεσία της.
Η μοναδική ευκαιρίαΤελικά, το μεν ερώτημα μπορούμε να το υποβάλλουμε, τη δε απάντηση πρέπει να την περιμένουμε. Ή ο Θεός δεν υπάρχει ή παραχωρεί μια δοκιμασία για να μας δώσει μια μοναδική ευκαιρία. Αν δεν γινόταν η Σταύρωση, δεν θα υπήρχε η Ανάσταση. Ο Χριστός θα ήταν ένας καλός δάσκαλος˙ όχι ο Θεός. Ο Θεός δίνει την ευκαιρία. Σε μας μένει να τη δούμε και να την αξιοποιήσουμε. Η δε χαρά και το περιεχόμενο αυτής της ευκαιρίας είναι πολύ μεγαλύτερα από την ένταση και τον πόνο της δοκιμασίας.
Ό θάνατος, ο πόνος, η αδικία αποτελούν μυστήριο πού η όποια απάντηση το διασαλεύει. Στις περιπτώσεις αυτές η αλήθεια δεν εκφράζεται ως άποψη η επιχείρημα, αλλά προσφέρεται ως ταπείνωση και κοινός πόνος. Η πορεία στο μεθόριο της ζωής και του θανάτου, του σκανδαλισμού και της δοξολογίας, του θαύματος και της αδικίας παρουσιάζει στροφές και κρυμμένες γωνιές, όπου διασφαλίζεται η αλήθεια της ζωής. Αν ξεφύγει κανείς τον πειρασμό να λυγίσει, τότε αντικρίζει την αλήθεια με τέτοια όψη που ποτέ του δεν είχε καν φαντασθεί. Ο πόνος, αν κάποιος καταφέρει να τον αγκάλιασει, γεννά πρωτόγνωρες ευαισθησίες και ξεδιπλώνει πραγματικότητες πού με άλλο τρόπο δεν μπορούν να ιδωθούν. Η πρόκληση δεν είναι να συμβούν γεγονότα και αποκαλύψεις˙ αυτά υπάρχουν. Ή πρόκληση είναι να ανοίξει κανείς τα μάτια του για να μπορεί να τα αντικρίσει.
Είναι αναντίλεκτη αλήθεια δυστυχώς: συνήθως μόνο χάνοντας τα πολύ επιθυμητά, γνωρίζουμε και κερδίζουμε τα πολύ μεγάλα.
Σίγουρα ο πόνος και η αδικία δεν μπορούν να καταργήσουν την αγάπη του Θεού. Ο Θεός υπάρχει. Και είναι αγάπη και ζωή. Η τέλεια αγάπη και το πλήρωμα της ζωής. Και το μεγαλύτερο θαύμα της ύπαρξης Του είναι η συνύπαρξη Του με τον πόνο, την αδικία και το θάνατο.
Ίσως και η μεγαλύτερη πρόκληση για τον καθένα μας να είναι η συνύπαρξη με το δικό του προσωπικό πόνο, το ελπιδοφόρο σφιχταγκάλιασμα με τα βαθύτερα αυτά «γιατί», η ταπεινή εσωτερική περιχώρηση στην προσδοκία του Θεού μέσα από τις «αδικίες» που νομίζουμε πως Αυτός μας κάνει.
Πριν από λίγες μέρες με πλησίασε κάποια νεαρή κοπέλα, που το καντηλάκι της ζωής της φαίνεται να τρεμοσβήνει. Μέσα στον αβάσταχτο πόνο της διέκρινα την ελπίδα. Μέσα από τα δακρυσμένα μάτια της αντίκρισα τη χαρά, τη δύναμη και τη σοφία.
-Θέλω να ζήσω, μου είπε. Αλλά δεν ήλθα για να μου το επιβεβαιώσετε. Ήλθα για να με βοηθήσετε να φύγω έτοιμη από αυτό τον κόσμο.
-Εγώ είμαι παπάς της ζωής και όχι του θανάτου, της απαντώ. Γι' αυτό και θέλω να ζήσεις. Επίτρεψέ μου, όμως, να σε ρωτήσω κάτι: Μέσα στη δοκιμασία σου, ρωτάς ποτέ «γιατί σε μένα, Θεέ μου;».
-Δεν σας καταλαβαίνω, πάτερ, μου λέει. Εγώ ρωτώ «γιατί όχι σε μένα, Θεέ μου;». Και δεν περιμένω το θάνατο μου, αλλά προσδοκώ το φωτισμό μου!




Login
Υπενθύμιση κωδικού