...για την εύκολη ενημέρωσή σας.

Μπορείτε να συμπληρώσετε το email σας για να σας στέλνουμε τα τελευταία νέα της Μητροπόλεώς μας.

Εγκύκλιος Δεκαπενταυγούστου 2010

Ἀ­λε­ξαν­δρου­πο­λη 15-8-2010  

 

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ

Ὁ Μητροπολίτης Ἀλεξανδρουπόλεως καὶ Σαμοθράκης Ἄνθιμος

πρὸς τοὺς εὐλογημένους Χριστιανοὺς τῆς Ἐπαρχίας μας,

ἀποδίδω ἐγκάρδιο ἀσπασμό.

 

Ἀγαπητοί μου, χαίρετε καὶ ὑγιαίνετε.

Ὁλόκληρος ὁ Ὀρθόδοξος κόσμος γιορτάζουμε καὶ ἐφέτος τὸ Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ. Ἡ Ἐκκλησία μας τηρεῖ τὸν Ὅρο τῆς Τρίτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, βάσει του ὁποίου «ὁμολογοῦμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον Θεοτόκον». Ἐπὶ πλέον, τὴν παρακαλοῦμε καὶ τὴν ἱκετεύομε σὰν Μητέρα τοῦ Θεοῦ νὰ μεσιτεύει καὶ νὰ πρεσβεύει γιὰ μᾶς στὸν Κύριο καὶ Σωτήρα τοῦ κόσμου. Ἡ συνείδηση τῶν χριστιανῶν τὴν ἀνεβάζει στὸ πιὸ ψηλὸ σκαλὶ τοῦ σεβασμοῦ μας, πάνω ἀπ’ὅλους τοὺς ἁγίους καὶ πάνω ἀπ’ὅλα τὰ τάγματα τῶν Ἀγγέλων[1].

Τὰ τέσσερα Εὐαγγέλια δὲν ἀναφέρουν τὴν Κοίμησή της, ὅμως, ἡ ἱερὰ Παράδοσή μας διασώζει ὅτι:

[Ὅταν ὁ Χριστὸς θέλησε[2] νὰ καλέσει κοντά του τὴν Παναγία Μητέρα του, τῆς φανέρωσε αὐτὴ τὴ θέλησή του τρεῖς μέρες πρὶν ἀπὸ τὴν Κοίμηση, στέλνοντας τὸν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ, τὸν ἴδιο ἄγγελο ποὺ εἶχε ὑπουργήσει καὶ στὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου. Ὁ Ἀρχάγγελος κατέβηκε, τῆς ἔδωσε ἕνα κλωνάρι φοινικιᾶς καὶ τῆς ἀνήγγειλε τὴ θεία της Μετάσταση ἀπὸ τὴ γῆ στὸν Οὐρανό, ἀπὸ τὴ ζωὴ τὴν πρόσκαιρη, στὴν ζωὴ τὴν ἀθάνατη. Ἀκούγοντας τὸν ἀγγελικὸ αὐτὸ λόγο ἡ Παναγία, ἐχάρηκε κι ἀνέβηκε μὲ σπουδὴ πάνω στὸ Ὄρος τῶν ἐλαιῶν γιὰ νὰ προσευχηθεῖ καὶ νὰ εὐχαριστήσει τὸ Θεό. Στὸ δρόμο ποὺ ἀνέβαινε πρὸς τὸ Ὄρος, τὰ δένδρα, σὰν νά’ταν ἔμψυχα καὶ λογικά, ἔσκυβαν καὶ τὴν προσκυνοῦσαν. Εἶναι γνωστό, πὼς ἐκεῖ ψηλὰ ἀνέβαινε συχνὰ ἡ Παναγία καὶ προσεύχονταν ὧρες πολλές. Τόσο πολύ, πού, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, ἀπ’τὶς συνεχεῖς γονυκλισίες τῆς Παναγίας οἱ πλάκες τοῦ ἐδάφους ἐβαθούλωσαν, κι αὐτὰ τὰ βαθουλώματα φαίνονταν ὥς τὸν καιρὸ ποὺ ζοῦσε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας καὶ πιὸ ὕστερ’ἀκόμη[3]. Ἀφοῦ ἔμειν’ ἐκεῖ πολλὴν ὥρα ἡ Παναγία καὶ προσευχήθηκε, γύρισε στὸ σπίτι της, ὅπου μπαίνοντας αἰσθάνθηκε σὰν νὰ τὸ κουνοῦσε κάποιος σεισμός. Ἄναψε φῶτα πολλὰ καὶ κάλεσε τὶς συγγένισσες καὶ τὶς γειτόνισσές της. Καθάρισε κ’εὐπρέπισε τὰ πάντα, μέχρι καὶ τὸ νεκροκρέββατό της, κ’ἔτσι τοὺς φανέρωσε τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ ποὺ τῆς ἄφερε ὁ Ἀρχάγγελος∙ τοὺς ἔδειξε καὶ τὸ κλωνάρι τῆς φοινικιᾶς. Οἱ καλεσμένες γυναῖκες ἄρχισαν νὰ θρηνοῦν καὶ νὰ χύνουν δάκρυα. Κ’ἡ Παναγία τὶς παρηγοροῦσε, πὼς κι ἀπὸ τὸν Οὐρανὸ θὰ τὶς φυλάγει καὶ ὅταν τῆς τὸ ζητοῦν θὰ τὶς παρηγορεῖ στὸν κάθε πόνο τους. Ἐκείνη τὴν ὥρα μιὰ βροντὴ ἀκούστηκε καὶ σύννεφα πολλὰ ἐσκέπασαν τὸ σπίτι τῆς Παναγίας. Κι ἕνας-ἕνας ἄρχισαν νὰ κατεβαίνουν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, ποὺ ἔφτασαν ἐκεῖ ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς Οἰκουμένης. Μαζὺ μὲ τοὺς Ἀποστόλους ἦταν κι ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὁ ἅγιος Ἱερόθεος, ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν, ὁ ἀπόστολος Τιμόθεος κι ἀπόστολος Παῦλος. Δὲν μποροῦσε νὰ ξεχωρίσει κανεὶς ποιὰ ἤτανε δάκρυα λύπης καὶ ποιὰ δάκρυα χαρᾶς, ποὺ ἔσταζαν πλούσια ἀπ’τὰ μάτια τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Ἡ Παναγία τοὺς ἀποχαιρέτισε ὅλους, προσευχήθηκε μὲ θερμὲς δεήσεις καὶ ἱκεσίες στὸν Υἱὸ καὶ Θεό της, γιὰ τὴν εἰρήνη τοῦ κόσμου καὶ γιὰ τὴν ἐνδυνάμωση τῶν Ἀποστόλων, καὶ ἀνακλίθηκε στὸ νεκροκρέββατο ποὺ ἡ ἴδια πρὶν λίγο εἶχε ἑτοιμάσει. Εὐλόγησε τοὺς Ἀποστόλους καὶ παρέδωσε τὴν παναγία ψυχή της στὰ χέρια τοῦ Υἱοῦ της, ποὺ κατέβηκε νὰ τὴν παραλάβει - ὅπως εἰκονίζει τὸ θαῦμα ἡ βυζαντινὴ ἁγιογραφία, ποὺ δείχνει τὸ Χριστὸ ν’ἀνεβάζει σὰν νήπιο στὸν οὐρανὸ τὴν ψυχὴ τῆς Παναγίας. Τότε οἱ Ἀπόστολοι, ἀφοῦ τῆς ἔψαλλαν τὰ ἐπιτάφια ἐγκώμια, σήκωσαν τὸ νεκροκρέββατο καὶ μὲ λαμπάδες καὶ ὕμνους ἐξοδίους, κίνησαν νὰ ἐνταφιάσουν τὸ θεοδόχο σῶμα τῆς Θεομήτορος στὴ Γεθσημανῆ. Τὴν ἀκολουθία συνόδευαν ἀπὸ ψηλὰ οἱ μελωδικὲς φωνὲς τῶν ἀγγέλων. Μόνο οἱ φθονεροὶ Ἑβραῖοι δὲν ἄντεχαν νὰ βλέπουν καὶ σκέφτηκαν νὰ γκρεμίσουν καὶ νὰ μολύνουν τὸ νεκροκρέββατο τῆς Παναγίας. Δὲν πρόφτασαν ὅμως νὰ προχωρήσουν στὴ σατανική τους ἐπιχείρηση καὶ τυφλώθηκαν ὅλοι τους. Ἕνας μάλιστα ποὺ πλησίασε τὸ πάναγνο σῶμα τῆς Παναγίας ἄφησ’ἐκεῖ κομμένα στὴ στιγμή, τὰ χέρια του. Μόνον ἀργότερα, σὰν μετανόησαν εἰλικρινὰ καὶ πίστεψαν, εἶδαν τὸ φῶς οἱ τυφλοὶ κ’ἔλαβε πάλι τὰ κομμένα χέρια του ὁ Ἰεφονίας. Ὅταν ἔφτασαν στὴ Γεθσημανῆ οἱ Ἀπόστολοι, ἐνταφίασαν μὲ πολλὲς τιμὲς τὸ πάνσεπτο σκῆνος τῆς Θεοτόκου κ’ἔμειναν ἐκεῖ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες, ἀκούγοντας μέρα καὶ νύχτα τοὺς ὕμνους ποὺ ἔψελναν ἀκατάπαυστα οἱ φωνὲς τῶν ἀγγέλων. Ἀπ’τὴν κηδεία ἔλειπε, κατὰ θεία οἰκονομία, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους (πολλοὶ λέγουν πὼς αὐτὸς ἤτανε πάλι ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς), ποὺ τὸν ἔφερε τὸ σύννεφο τὴν τρίτη μέρα καὶ τὸν ἄφησε ἔξω ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα∙ ἐκεῖ, τὸν περίμενε ἡ Παναγία, δὲν τοῦ εἶπε ὅτι πέθανε, τὸν εὐλόγησε καὶ τοῦ ἔδωσε τὴ ζώνη της. Ὁ Θωμᾶς μπῆκε στὴ πόλη, ἔμαθε τὰ συμβάντα, πῆγε στὴ Γεθσημανῆ, βρῆκε ἐκεῖ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους, ζήτησε καὶ τοῦ ἄνοιξαν τὸν τάφο νὰ τὴν προσκυνήσει καὶ τότε ἀντίκρυσαν τὸν τάφο ἀδειανό. Δὲν ὑπῆρχαν παρὰ μόνο τὰ νεκροσέντονα. Γονάτισαν ὅλοι καὶ καταφίλησαν τὸν κενὸ τάφο τῆς Παναγίας, ποὺ εἶχε καὶ σωματικὰ μετασταθεῖ, ἀναστηθεῖ καὶ ἀνληφθεῖ στοὺς Οὐρανούς].

Ἡ Μετάσταση τῆς Θεοτόκου, ἀπασχόλησε πολὺ τὴν Ὀρθόδοξη Θεολογία. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει στοὺς Κορινθίους «θὰ σᾶς ἀποκαλύψω ἕνα μυστήριο: δὲν θὰ πεθάνουμε ὅλοι∙ θὰ μεταμορφωθοῦμε ὅμως ὅλοι...οἱ νεκροὶ θὰ ἐπιστρέψουν στὴ ζωὴ ἄφθαρτοι, κι ἐμεῖς οἱ ζωντανοί, θ’ἀλλάξουμε τὸ παλιό, μὲ ἕνα νέο σῶμα. Πρέπει αὐτὸ ποὺ εἶναι φθαρτὸ νὰ μεταμορφωθεῖ σὲ ἄφθαρτο, κι αὐτὸ ποὺ εἶναι θνητὸ νὰ γίνει ἀθάνατο[4]».

Τελικά, γιὰ νὰ κατανοήσωμε τὸ μυστήριο τῆς μεταστάσεως, τῆς ἀλλαγῆς, τῆς ἀφθαρτοποιήσεως τοῦ σώματος τῆς Παναγίας, χρειάζεται νὰ ἀποκτήσωμε τὴν «ἀκτῖνα τῆς μυστικῆς ἐποπτείας», ὥστε καὶ στὰ δικά μας σώματα νὰ δοῦμε τὴν προοπτικὴ τῆς θεώσεως, ποὺ εἶναι ὁ μεγαλύτερος προορισμὸς κάθε πιστοῦ, τὸ «τέλος» καὶ τὸ τέρμα κάθε πνευματικοῦ ἀνθρώπου.      

Ἀγαπητοί μου,

Τὸν θάνατο τῆς Παναγίας δὲν τὸν γιορτάζουμε μὲ θρήνους καὶ οἰμωγές. Τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου δὲν τὴν γιορτάζουμε μὲ φαντασία καὶ συμβολισμούς. Εἶναι πραγματικὸ γεγονός, ποὺ μόνο ἄν τὸ ἐξετάσουμε μὲ τὴ λογικὴ καὶ τὴν πίστη, μόνο τότε, θὰ ἀποτελέσει ἡ φετινὴ γιορτὴ τοῦ Δεκαπενταυγούστου, οὐσιαστικὸ προβληματισμὸ γιὰ τὸ νόημα τοῦ βίου μας καὶ γιὰ τὴν ἀξία τῆς ζωῆς μας.

Γι’αὐτό, λέμε καὶ ξαναλέμε στὴν Ἐκκλησία μας ὅτι ἡ Παναγία, ἦταν καὶ εἶναι ἡ Κεχαριτωμένη, ποὺ γλύκανε τὸ φαρμάκι τῆς Εὔας. Εἶναι ἡ Γυναίκα ποὺ κατήργησε τὴν ἀνισότητα τῶν δύο φύλων. Εἶναι τὸ καύχημα τῶν γυναικῶν καὶ τοῦ κόσμου ὁλάκερου. Εἶναι ὅ,τι  καλύτερο εἶχε ἡ γῆ μας, γιὰ νὰ προσφερθεῖ καὶ νὰ γεννήσει τὸν ἴδιο τὸ Θεό μας. Εἶναι ἡ μητέρα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἑπομένως καὶ ἡ μητέρα τοῦ κάθε χριστιανοῦ. Εἶναι τὸ σκῆπτρο καὶ ἡ δόξα τῆς Ὀρθοδοξίας. Εἶναι ἡ Μάνα μας, πρὸς τὴν ὁποία καταφεύγουμε στὶς δύσκολες ὧρες, προσφωνώντας την μὲ χίλια ἐπίθετα. Εἶναι ἡ χαρὰ τῆς λύπης μας καὶ τὸ χαμόγελο στὸ πένθος μας, καὶ σὰν μυστικὴ εὐωδία μπαίνει μέσα στὸ μεδούλι μας καὶ πλημμυρίζει τὴν καρδιά μας.

Ὅταν ὁ Χριστός, ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ Σταυροῦ εἶπε πρὸς τὴ μητέρα του «γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου», ἄφησε πίσω του τὴν ἀρχετυπικὴ σχέση μητέρας-γιοῦ, καὶ ἔσπευσε πρὸς τὸν Πατέρα, τὴν πηγὴ τοῦ Πνεύματος. Πηγή, ποὺ δὲν δημιουργεῖ πολιτισμό, ἀλλὰ ὁριστικὴ σωτηρία[5]. Ἀλλὰ καὶ τὸν πολιτισμό, στὴν Ἐκκλησία, τὸν κομίζει πλουσιοπάροχα ἡ Παναγία μας.

Ἄς μᾶς σκεπάζει ἡ Χάρη της.

Εὐχέτης

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

✥ Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΑΝΘΙΜΟΣ



[1] Π. Πάσχου, Ἡ δρόσος τοῦ Πνεύματος, σελ. 56

[2] Π. Πάσχου, Ἔρως Ὀρθοδοξίας, σελ. 64

[3] «τὰς κλίσεις τῶν ἱερῶν γονάτων τοῦ πανάγνου σώματος αἱ πρὸς τοὔδαφος κατεστρωμμέναι πλάκες διωλύγιον (δηλ. μεγαλοφώνως) ἀνακράζουσιν».

[4] Α΄ Κορ. ιε΄50-52

[5] Χρήστου Μαλεβίτση, Ἡ ζωὴ καὶ τὸ Πνεῦμα, σελ.266






Νικηφόρου μάρτυρος, Μαρκέλλου ιερομάρτυρος, Παγκρατίου και Φιλαγρίου των επισκόπων.

active³ 4.7 · © 2000 - 2007 IPS Ltd · Όροι χρήσης