Λίγες στιγμὲς πρὶν παραδοθεῖ ὁ Ἰησοῦς, ὑψώνοντας τὰ μάτια πρὸς τὸν οὐρανὸ εἶπε: «Πάτερ ἐλήλυθεν ἡ ὥρα» (Ἰω.17,1). Ἦταν ἡ ὥρα ποὺ εἶχε ὁρίσει ὁ Πατέρας. Κι ἀφοῦ τὴν εἶχε ὁρίσει Ἐκεῖνος δὲν ἐπιτρέπετο καθυστέρηση. Καὶ ποιὰ ἦταν αὐτὴ ἡ ὥρα; Νά τη! Ἐκεῖνος κι ἐμεῖς.
Ἀγαπητοί μου,
Στεκόμαστε πάλι φέτος κάτω ἀπὸ τὸ Σταυρό Του μαζὶ μὲ τὴν μητέρα Του καὶ τὸν ἕνα μαθητὴ ποὺ τοῦ ἔμεινε πιστός. Σηκώνουμε τὰ μάτια μας νὰ Τὸν ἀτενίσουμε. Τί βλέπουμε;
Τὰ πόδια Του καρφωμένα στὸ ξύλο. Ἀκίνητα. Ἐνῶ μπορεῖ, δὲν θέλει νὰ φύγει. Μᾶς περιμένει. Ἐμεῖς, ὅμως, μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἔλθουμε.
Τὰ χέρια Του ἁπλωμένα. Δὲν θέλουν νὰ κλείσουν. Προκαλοῦν, προσκαλοῦν κι ἀγκαλιάζουν, ὅσους θέλουν, φυσικά.
Τὸ κεφάλι γυρμένο, δεῖγμα ὑποταγῆς σ’αὐτὸ ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ ἀγάπη τῆς Τριάδος πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Ταυτόχρονα, ὅμως, γυρμένο καὶ σὲ ὅσους βρίσκονταν μπροστά Του καὶ φώναζαν, ἄλλοτε «ὡσαννά», κι ἄλλοτε «σταύρωσον αὐτόν».
Τὰ μάτια Του ἔχουν κλείσει. Βλέπουν, ὅμως, στὸ ἴδιο ἐσωτερικὸ ὅραμα τὸν Πατέρα καὶ τοὺς ἀνθρώπους, τὰ δυὸ ἀντικείμενα τῆς ἀγάπης Του, πρὸς τὰ ὁποῖα κατευθύνεται ἀενάως ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξή Του.
Τὰ ἀγκάθια στὸ κεφάλι Του μοιάζουν μὲ τὶς ἁμαρτίες μας, τὶς ξεχωρίζετε; συγκεντρωμένες καὶ τοποθετημένες ἡ μία δίπλα στὴν ἄλλη, φορτωμένες ἐπάνω στὸ εὐγενικότερο τμῆμα τοῦ σώματός Του, στὸ κεφάλι Του.
Μά, δὲν εἶναι μόνο ὁ πόνος τοῦ σώματός Του, εἶναι καὶ τὸ ἄλγος τῆς ψυχῆς του.
Βρέθηκε σταυρωμένος:
-
ἀπὸ τὴν τυφλότητα καὶ τὸ σκοτάδι τῆς παραμορφωμένης ἀγάπης ἑνὸς μαθητή Του (τοῦ Ἰούδα),
-
ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους τῆς θρησκείας Του (Ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς τοῦ Ἰσραήλ),
-
ἀπὸ τὴν ἀνθρωπίνως δικαιότερη κοσμικὴ δικαστικὴ ἐξουσία (Πιλᾶτος), καὶ
-
ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν εὐεργετημένη ἀπὸ τὸν ἴδιο κοινωνία Του(ὄχλος).
Τὰ βλέπουμε, τὰ ξέρουμε ὅλα αὐτά, ἔτσι δὲν εἶναι;
Μά, τὰ ἴδια ἔβλεπε καὶ ἡ Παρθένος ποὺ Τὸν γέννησε καὶ κάποια στιγμὴ σιγοψιθύρισε «Παιδί μου, ποῦ ἔδυσε, ποῦ βυθίστηκε ἡ ὀμορφιά σου;» Ἐννοοῦσε βέβαια τὴν ὀμορφιὰ ποὺ κάθε μάννα βλέπει στὸ παιδί της. Χωρὶς νὰ τὸ συνειδητοποιεῖ ὅμως, ἡ Παρθένος ἐξέφραζε μιὰ παναθρώπινη διαπίστωση.
Ἡ ἔξοδος τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Παράδεισο εἶχε φέρει σὰν ἀποτέλεσμα τὴν ἄρνηση τῆς ὀμορφιᾶς, τῆς σώζουσας ὡραιότητος. Αὐτὸ τὸ ἔνιωσαν οἱ Πρωτόπλαστοι ὅταν βρέθηκαν γυμνωμένοι ἀπὸ τὸ κάλλος ποὺ μόνο ἡ κοινωνία μὲ τὴν ὡραιότητα τοῦ Θεοῦ παρέχει. Δηλ. ἡ Πτώση τῶν Πρωτοπλάστων δὲν ὁδήγησε στὴν ἀπώλεια τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ στὴν ἀφαίρεση τοῦ κάλλους αὐτῆς τῆς εἰκόνος.Αὐτὸ «τὸ ἀκαλλὲς τῆς Πτώσεως» (Κύριλλος Ἀλεξανδρείας) ἔβλεπε στὸ πρόσωπο τοῦ παιδιοῦ της ἡ Παρθένος ἐκείνη τὴ στιγμὴ καὶ ἀποροῦσε. Ἡ Παρθένος, τότε, δικαιοῦτο νὰ ἀπορεῖ.
Τὸ περίεργο εἶναι ὅτι ἀποροῦμε καὶ μεῖς σήμερα. Δυὸ χιλιάδες χρόνια μετὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη τοῦ Γολγοθᾶ, ἀποροῦμε καὶ μεῖς μὲ τὴν ἀσχήμια τοῦ γύρω κόσμου μας.
Ἀσχήμια, ἐννοῶ, τὴν ἐπαναστατημένη δημιουργία, τὶς ταραγμένες συνειδήσεις, τὰ ἀγριεμένα πρόσωπα, τὴν τραχύτητα τῶν συναναστροφῶν μας, τὸ ἀμείλικτο τοῦ πόνου καὶ τῆς ἀρρώστιας, τὸ ἀδυσώπητο τοῦ θανάτου.
Ἀποροῦμε, λὲς καὶ δὲν ξέρουμε. Πλένουμε τὰ χέρια μας σὰν τὸν Πόντιο Πιλᾶτο, ἀλλὰ κάνουμε καὶ κάτι χειρότερο.
Τὴ δική μας εὐθύνη, ὑποκριτικὰ καὶ δόλια τὴν φορτώνουμε στὸ ἴδιο τὸ Θεό. Μετατρέπουμε τὸ θύμα σὲ θύτη. «Ἐκεῖνος φταίει!» λέμε.
Θεομηνίες ὀνομάζουμε τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀπληστίας μὲ τὴν ὁποῖα διαχειριζόμαστε τὴν πλανήτη.
«Γιατὶ δὲν ρίχνει κεραυνοὺς γιὰ νὰ κάψει τοὺς κακούς;» διερωτώμεθα γιὰ τὸ Θεό, ποὺ σέβεται ἐξάπαντος τὴν προίκα τῆς ἐλευθερίας τῆς βουλήσεως μὲ τὴν ὁποία μᾶς προίκισε.
«Γιατὶ ἐπιτρέπει νὰ ἀρρωσταίνουν τὰ παιδιά, νὰ ἀδικοῦνται οἱ δίκαιοι, νὰ πεθαίνουν ἀθῶοι;» ἐρωτᾶμε καταδικαστικά, λὲς καὶ δὲν ξέρουμε ὅτι ὅταν δυὸ γονεῖς συλλαμβάνουν ἕνα παιδὶ καταθέτουν ὄχι μόνο ὑγιῆ ἤ ἀσθενικὰ σαρκικὰ γονίδια ἀλλὰ καὶ κυρίως πνευματικά.
Ἄς μὴν ἀποροῦμε, λοιπόν, ἡ χαμένη ὀμορφιὰ τοῦ Ἰησοῦ στὸ Σταυρό, φανερώνει, ὄχι τὴν ἰδική Του βέβαια, ἀλλὰ τὴν ἰδική μας ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὴν ὁλιγωρία τῆς κοινωνίας μας μὲ τὸν Θεό. Αὐτὸ ἦταν ποὺ ἐξέφρασε ὁ Ἐσταυρωμένος μὲ τὰ λόγια «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί με ἐγκατέλιπες;».
Τὸ ἐκκλησιαστικὸ γεγονὸς γιὰ νὰ ὑπάρξει χρειάζεται τὴν μετοχή μας, τὴν συμμετοχή μας, τὴν κοινωνία μας, τὴν ἕνωσή μας.
Μά, ἐδῶ ἄλλη γλῶσσα μιλᾶμε ἐμεῖς κι ἄλλη ὁ Χριστός.
Συνήθως ἐμεῖς μιλᾶμε γιὰ ἀγάπη. «Ὁ Θεός», λέμε, «εἶναι ἀγάπη», ὑπονοώντας ἔτσι ὅτι θὰ παρεμβαίνει στὴ ζωή μας καὶ θὰ μᾶς συγχωρεῖ. Μά, αὐτὸ δὲν εἶναι ἀγάπη, εἶναι σκλαβιά! Ἄς σοβαρευτοῦμε κάποτε κι ἄς μὴν λέμε λέξεις κούφιες, κενὲς ἀπὸ νόημα.
Ἡ πρώτη ριζικὴ ἰδιαιτερότητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ σκληρότητα. Αὐτὸ θὰ πεῖ: ἀπουσία συναισθηματικότητος.
Στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ὑπόσχεση γιὰ ἐπίγεια εὐτυχία, καμμιὰ φροντίδα γι’αὐτήν: «κόψε τὸ χέρι σου...», βγάλε τὸ μάτι σου...» «ἐγκατάλειψε τὴ γυναῖκα σου καὶ τὰ παιδιά σου...» «γύρνα κι ἀπὸ τὸ ἄλλο μάγουλο...» «ἀκολούθησε τὴν στενὴ καὶ τεθλιμένη ὀδό...» εἶναι πράγματα ποὺ δὲν συμβιβάζονται μὲ αὐτὸ ποὺ ἐμεῖς λέμε «εὐτυχία» στὴ ζωή.
Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ὑποταγμένη στὴ ἐπαγγελία καὶ στὴν ἔγνοια γιὰ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δηλ. στὴν ἀπόλυτη εὐτυχία γιὰ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο καὶ στὴν ὁποία τὸν ἔχει καλέσει.
Στὸ «Πάτερ ἡμῶν» λέμε: «ἐλθέτω ἡ Βασιλεία Σου...». Ποιός ἀπὸ μᾶς, στ’ ἀλήθεια, διερωτήθηκε πότε ἀρχίζει καὶ πόσο κοστίζει αὐτὴ ἡ Βασιλεία Του!
Στὸν τόπο μας κινδυνεύουμε νὰ πιστέψουμε ὅτι μποροῦμε τάχα νὰ ἀγαπᾶμε τὸν Χριστό, χωριστὰ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία Του! Καὶ κάτι ἀκόμα: κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, ἐπιδιώκουμε νὰ κοινωνήσουμε: (σὰν χθὲς) ἀλειτούργητοι, (συνήθως) βιαστικά, «γιὰ τὸ καλό» λέμε, ἐθιμικά, μὰ ἀδιάκριτα, ἀσυνείδητα. Κι αὐτὸ ἐπειδὴ νομίζουμε ὅτι ἡ Μ. Παρασκευὴ ἔρχεται σὲ μᾶς κάθε χρόνο καὶ δὲν μπαίνουμε στὸν κόπο νὰ διαπιστώσουμε ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε ποὺ ἐπιστρέφουμε στὴ μία Μεγάλη Παρασκευὴ τῆς Ἱστορίας, ἐμεῖς ξαναβυθιζόμαστε μέσα της, ἀγγίζουμε αὐτὸ τὸ δῶρο ποὺ μᾶς χαρίστηκε, ἄν θέλουμε φυσικά!
Ἡ λύση τοῦ προβλήματος, λοιπόν, βρίσκεται στὴν κατανόηση τῆς ἑνότητος τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως στὸ πρόσωπο τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ Πατέρα.
Δηλαδή, στὸ πόσο ἄνθρωπος ἦταν ὁ Χριστὸς καὶ πόσο Θεός. Ἐρωτήματα στὰ ὁποῖα ἐξάπαντος πρέπει νὰ ἀπαντήσει κυρίως ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος.
Τὸ ποιὸς πεθαίνει ἐπάνω στὸ Σταυρό, εἶναι ἐρώτημα ποὺ ἀρχίζει νὰ ἀπαντᾶται νωρίτερα. Ποιὸν συνέλαβε καὶ πῶς, ἡ Παρθένος.
Μά, τὰ μάτια μας καὶ ὁ νοῦς μας μόνο, δὲν μποροῦν νὰ μᾶς βοηθήσουν σ’ αὐτὴν τὴν ἀναζήτηση.
Σήμερα μποροῦμε μόνο νὰ Τὸν βλέπουμε. Αὐτὸν ποὺ δὲν εἶχε λόγο μήτε νὰ πονέσει μήτε νὰ πεθάνει. Πόνεσε καὶ πέθανε γιὰ μᾶς, ὄχι ὁλόκληρος, μόνο τὸ ἀνθρώπινο σῶμα Του!
Ἐμεῖς ποὺ ἔχουμε αἰτίες καὶ λόγους νὰ πονᾶμε καὶ νὰ πεθάνουμε, πάλι δὲν θὰ θὰ πεθάνουμε ὁλόκληροι. Μόνο τὸ σῶμα μας. Ἡ ψυχή μας θὰ ζεῖ, ὄχι δικαιωματικά, ἀλλὰ στὸ μέτρο ποὺ θὰ μετανοεῖ καὶ θὰ συζεῖ μὲ τὸ Θεό. Καὶ τὸ σῶμα μας θὰ ἀναστηθεῖ μιὰ μέρα, ὥστε ὁλοκληρη ἡ δημιουργημένη ψυχοσωματική μας ὀντότητα νὰ συνεχίσει τὴν ἀτελεύτητη πορεία της στὸ «καθ’ ὁμοίωσιν».
Γι’ αὐτό, λοιπόν, ἀδελφοί μου, ἄς ὁμολογήσουμε δίχως φόβο, ὅτι ὁ Χριστὸς σταυρώθηκε γιὰ μᾶς. Ἄς τὸ ποῦμε ὄχι μὲ φόβο ἀλλὰ μὲ χαρά, ὄχι ψιθυρίζοντας ἀλλὰ μὲ ὑπερηφάνεια.
Ἐμεῖς δὲν εἴμαστε θρησκεία γιὰ νὰ προσφέρουμε ὁ καθ’ ἕνας χωριστὰ τὴ θυσία του ἤ τὸ δῶρο του στὸ Θεό.
Ἐμεῖς εἴμαστε Ἐκκλησία γιὰ νὰ παίρνουμε ὅλοι μαζὶ καὶ νὰ μοιραζόμαστε δίκαια, αὐτὰ ποὺ ἤδη ὁ Θεός μᾶς χάρισε. Καὶ θὰ εἶναι χρήσιμο, ἄν οἱ Ὀρθόδοξοι συνειδητοποιήσουμε πρῶτα κι ἔπειτα προσφέρουμε αὐτὸ τὸ δῶρο στὸν σύνολο πολιτισμό μας.
Ὁ Δυτικὸς πολιτισμὸς θὰ καταλήξει σ’ ἕνα ἀτέλειωτο Μεγάλο Σάββατο, ἀφοῦ φαίνεται πὼς βαίνει πρὸς τὸ τέλος ἡ Μεγάλη Παρασκευὴ τῶν Παθῶν του. Μόλις ἑτοιμάζετο νὰ ἀπολαύσει τὴν ἀτελεύτητη ἄνοιξη τῆς τεχνολογίας του, διαπιστώνει τώρα τὴν δεινὴ ἀναπηρία ἑνὸς οἰκονομικοῦ ἀδιεξόδου ποὺ ἀφοῦ ἀφάνισε τὸ πνεῦμα, τώρα δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ ἐρείσματα στὴ ζωή.
Στὴ Χώρα μας συζητᾶμε τὴν κατάργηση τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν, λησμονώντας πὼς «ὅσο ἐκλείπει τὸ πνεῦμα τόσο πιὸ ἀπαιτητικὸ γίνεται». Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἐκτροπὴ τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως ἀπὸ τὴν ἄρνησή της νὰ γνωρίσει καὶ ἔπειτα νὰ ἀνεβεῖ τὴν κλιμακωτὴ πορεία τῆς Μεγ. Ἑβδομάδος. Ἡ ὁποία εἶναι ὁρατὴ ὥς τὴ Μεγάλη Παρασκευή. Αὔριο, Μεγάλο Σάββατο, εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς ἀφάνειας τοῦ ἐνσαρκωμένου πνεύματος. Ἀλίμονο, ὅμως, ἄν λείψει ἀπὸ τὴν ἐλπίδα τοῦ ἀνθρώπου ἡ ἑπόμενη ἡμέρα.
Αὐτὴν σᾶς εὔχομαι νὰ ζήσετε κι ἀπ’αὐτὴν τὴν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα νὰ ἀγναντέψουμε ὅλοι τὸ ἀπέραντο τῆς αἰωνιότητος ποὺ μᾶς περιμένει.





Login
Υπενθύμιση κωδικού